Τετάρτη 23 Αυγούστου 2006

Κρήτη 2006 (ΙΙ) - Wild Διακοπές

Στον αντίποδα των παραδοσιακών μου διακοπών στην Κρήτη βρέθηκαν οι .. wild διακοπές μου στην Μεγαλόνησο. Και για να προλάβω πιθανές πονηρές και βρώμικες σκέψεις όταν εννοώ wild εννοώ έντονες και ξέφρενες ...

Wild διακοπές στην Κρήτη

Όποτε λοιπόν, η ΥΠΟΜΟΝΗ στο χωριουδάκι χτυπούσε κόκκινο από τις επικρίσεις, τις γκρίνιες της γιαγιάς και τελικά την γενική ασυνεννοησία, έμπαινα στο Starletάκι μου και βούρ για την πόλη του Ρεθύμνου, όπου αυτοπροσκαλούμουν στο σπίτι της θείας μου και των 4 ξαδερφιών μου. Τι τύχη Θεέ μου για μένα, να βρω μετά από πολλά χρόνια μαζεμένα και τα 4 αδέρφια ... μμμ για τη θεία βέβαια το γεγονός να έχει 3 κοπέλια και 2 κοπελιές να φροντίζει κάθε άλλο παρά τύχη ήταν, μάλλον κατάρα ... :-) !!
Έτσι ο Ι. με άδεια από τη δουλειά του, ο Μ. με άδεια από το στρατό, η συνονόματη Μ. με «άδεια» από τη σχολή και ο Γ. με ... άδεια γενικώς και η ξαδέρφη τους (εγώ) με άδεια περάσαμε 4 ημέρες όνειρο...
Το βασικό πρόγραμμα όλων σχεδόν των ημερών ήταν στο περίπου :





1η επιχείρηση --> Ξύπνημα

Κοιμόμαστε μέχρι το μεσημέρι για να αναπληρώνουμε χαμένες ώρες ύπνου (αν το ήξερε η γιαγιά αυτό είχα χαθεί από το χάρτη όχι μόνο τση Κρήτης αλλά και του κόσμού ολάκερου). Όταν λοιπόν, καταφέρναμε να ξυπνήσουμε, σέρναμε τα βαριά και αγουροξυπνημένα μας σαρκία από ντιβάνι σε καναπέ και από καρέκλα σε πολυθρόνα. Φτιάχναμε και κανένα φραπεδάκι μπας και ανοίξει το μάτι μας, ανοίγαμε και την τηλεόραση και «βλέπαμε» όλα τα απαρχαιωμένα και χιλιοπαιγμένα χαζοσείριαλ. Τα ξαδέρφια μου δε «σεβόμενα» απόλυτα το εμπάργκο στα γλυκά που κάνω εδώ και μήνες, έβαζαν μπροστά τους κάθε πρωί ένα ταψί από οποιοδήποτε γλυκό διέθετε το σπίτι (και πιστέψτε με διέθετε όχι μόνο πολλά αλλά και ποικιλία τεράστια) και σαν την ηδονισμένες κοπελιές του γιαουρτιού της διαφήμισης του Total, έβγαζαν αναστεναγμούς και μουγκρητά μπροστά στα μάτια και .. στα αυτιά μου. Αφού λοιπόν, έτρωγαν το καθημερινό του βρίσιμο και αφού πλέον μετά από λίγη ώρα, θες ο καφές θες οι σαχλαμάρες στην τηλεόραση που δεν παλεύονται με τίποτα, ξεκινούσε τη δραστηριότητα στους οργανισμούς μας.

2η επιχείρηση --> Παραλία

Έβαζα λοιπόν τον καινούριο μου μαυροκόκκινο μαγιό, με το ασορτί παρεό, την ασορτί μπαντάνα, τις ασορτί σαγιονάρες και με την ασορτί τσάντα ανά χείρας, ξεκινούσα για την παραλία με τα ... μη ασορτί εμφάνισης ξαδέρφια μου. Μα καλά υπάρχει κόσμος που πάει στην παραλία κουβαλώντας μόνο μια πετσέτα και το κινητό? Μόνο εγώ δηλαδή είμαι σαν τη Γεωργία Βασιλειάδου από το "Η θεία από το Σικάγο", με την καπελαδούρα στην παραλία? Μμμμ η εκδίκηση έρχεται όμως αργότερα...
Αφού λοιπόν, όλη η trendy και χαρωπή παρέα έμπαινε στο μουράτο, κίτρινο (μη ξεχνάτε στην Κρήτη τα ταξί δεν είναι κίτρινα) αυτοκίνητο του Ι. με τις διπλές εξατμίσεις, τα 1800 κυβικά και τα οχταπλά ηχεία, έβαζε ο Ι. στο mp3 player τα τελευταία summer hits και με κατεβασμένα τα παράθυρα και τη μουσική στο φουλ κατευθυνόμαστε προς την παραλία. Ό,τι σιχαίνομαι δηλαδή, συνέβαινε σε εκείνο το αμάξι - δυνατή, μπιτάτη μουσική, με κατεβασμένα παράθυρα (άρα όχι air condition) για να δίνουμε στόχο παντού, ο αέρας να ανακατεύει τα φρεσκοφτιαγμένα μου μαλλάκια (όχι δεν τα αφήνω τα μαλλάκια μου ανακατωμένα) και με τους παλμούς της καρδιάς μου στους 1000, από τα επικίνδυνα προσπεράσματα του Ι. ξεχυνόμαστε προς την παραλία. Αντί όμως να κατεβάσω το κεφάλι, έβαζα το μουράτο γυαλί ηλίου και με το χέρι έξω από το παράθυρο και τα κεφάλια μας να κινούνται σύμφωνα με τη μουσική, πώς κινούνται ταυτόχρονα τα μαρούλια στον αγρό όταν τα φυσάει ο αέρας.. εε κάπως έτσι φτάναμε στην παραλία.
Κάποια στιγμή φτάναμε και στην παραλία οπότε κατέβαινα από το αυτοκίνητο, κουφή, αναμαλλιασμένη και ανακατωμένη αλλά με τον ασορτί και trendy εξοπλισμό μου. Έπρεπε όμως, να περπατήσω με χάρη και τσαχπινιά στην πλαζ, πράγμα που από το jet lak ήταν αδύνατο, οπότε με τον Ι. αλά μπρατσέτα κατάφερνα να προσεγγίσω καμιά ξαπλώστρα. Αράζαμε κάτω από κάποια ομπρέλα και άρχιζε η εκδίκησή μου. Τα trendy ξαδέρφια μου δεν είχαν που να αφήσουν το κινητό, τα γυαλιά και τα κλειδιά τους, οπότε τα 3.000 τσαντάκια μου τους φάνταζαν τότε πολύ θελκτικά ... χμ χμ χμ καθώς και τα 1000 προϊόντα, αντηλιακά, γαλακτώματα, αφροί, για το σώμα, για το πρόσωπο, για τα μαλλιά, για.. για... Η εκδίκησή μου βέβαια δεν ήταν να τους στερήσω όλα αυτά τα απαραίτητα αξεσουάρ για την παραλία, αλλά να του γκρινιάζω που για ακόμα μια φορά είμαι φορτωμένη σαν το γάιδαρο, ενώ αυτοί άνετοι και cool.
Στην πορεία, αφού πληρώναμε τα ναύλα της ομπρέλας και των ξαπλώστρων για το ταξίδι στην παραλία, πασαλειβόμουν με τα αντηλιακά, πασάλειβα και όλη την παρέα. Άλλος λοιπόν, άραζε στην ξαπλώστρα όπου τον έπαιρνε ο ύπνος, άλλος διάβαζε κανένα περιοδικό, ενώ εγώ κολυμπούσα και έπαιζα ρακέτες με τον Μ. μέχρι τελικής πτώσης. Στο μεταξύ κάτι που βαρέθηκα να ακούω από τα ξαδέρφια μου είναι φράσεις του τύπου : «Ααα ο Σήφης!», «Ρε η Νεκταρία εκεί, εκεί», «Τι θέλει εδώ ο Μαθιός καλέ;», δηλαδή με λίγα λόγια όλοι οι λουόμενοι τριγύρω μας ήταν λίγο ως πολύ γνωστοί των ξαδερφιών μου. Ή λοιπόν, τα ξαδέρφια μου είναι τόσο κοινωνικά που κατεβαίνουν για δήμαρχοι ή το Ρέθυμνο είναι τόσο μικρό που, όπου και να πας, συναντάς γνωστούς.
Κατέληξα στο δεύτερο και μου έδωσε μια αφορμή να σκεφτώ, πώς θα ήταν η ζωή μου σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Φρικάρω μόνο με την ιδέα ότι θα μπορούσα να είμαι εκτεθειμένη σε γνωστά μάτια ανά πάσα στιγμή και όχι επειδή έχω κάτι μεμπτό να κρύψω, αλλά επειδή θέλω την ιδιωτική μου ζωή απροσπέλαστη. Θα μου πει κάποιος (και μου το είπαν και τα ξαδέρφια μου) ότι είναι ωραίο να βγαίνεις βόλτα χωρίς παρέα και προορισμό και σε λίγη ώρα να έχεις βρει φίλους και γνωστούς για να διασκεδάσεις. Δε λέω καλό είναι και σίγουρα έχει τη χάρη του έναντι των ψυχρών και απρόσωπων κοινωνικών συνθηκών των μεγάλων πόλεων. Αλλά από την άλλη υπάρχουν και τα κουτσομπολιά και οι παρεξηγήσεις που μπορεί να δημιουργηθούν από λάθη και παρερμηνεύσεις καταστάσεων. Τέλος πάντων καταλήξαμε με τα ξαδέρφια μου ότι όλα μια συνήθεια είναι ... άλλωστε πού ξέρεις η μοίρα στο μέλλον πού θα μας ρίξει και πώς θα κληθούμε να ζήσουμε ...
Αφού παίζαμε λοιπόν στην άμμο και ανταλλάσσαμε χαιρετούρες με τους λουόμενους Ρεθυμνιώτες, μαζεύαμε τα «κουβαδάκια» μας και όχι σε άλλη παραλία, αλλά στο barάκι της ίδιας παραλίας. Όλοι πάλι έβαζαν την παρμάτεια τους στα τσαντάκια της Μαρίνας, άραζαν στο bar και η Μαρίνα έψαχνε να βρει χώρο να τα ακουμπήσει ....γρ γρ ... όταν λοιπόν παρατούσα κάπου τα συμπάγκαλά μας, παρέγγελνα και κανά ποτάκι και άρχιζε το απογευματικό party. Εκεί πλέον τα ξαδέρφια μου δεν έβρισκαν γνωστούς μόνο στους λουόμενους, αλλά και στους χορεύοντες, πότες, barmen, γκαρσόνια, οπότε κάθε άλλο παρά μοναξιές είχαμε. Τελικά όλοι στο bar γινόμαστε μια μεγάλη παρέα που χόρευε, έπινε, έπαιζε μπουγέλο με παγάκια (άει, άει, άει ...) με το barman και γενικά περνούσαμε ... summer in Greece ή καλύτερα in Crete!!
Κατακόκκινοι από τον ήλιο και από το .. ποτό, ιδρωμένοι από το χορό, βρεγμένοι από τη θάλασσα, τα ντουζ και τα παγάκια, ψιλοζαλισμένοι, με ένα χαζοβιόλικο ανεξήγητο χαμόγελο μονίμως ζωγραφισμένο στα χείλη μας και με μια ακατάσχετη διάθεση για γέλια από μεριάς μου κυρίως, ανεβαίναμε (και λέω «ανεβαίναμε» γιατί υπό εκείνες τις συνθήκες και το σήκωμα του ποδιού για να μπει σε ένα αμάξι φάνταζε «επικίνδυνη αποστολή») στο turbo και δεν μας έφτανε η ζάλη από τον ήλιο και το ποτό είχαμε και την οδήγηση του Ι. η οποία μας αποτελείωνε.
Πίσω στο σπίτι το θέαμα που παρουσιάζαμε μάλλον δεν ήταν πολύ ικανοποιητικό, μιας και η θεία με αποσβολωμένα μάτια, που υποδήλωναν συμπόνια και οίκτο, έσπευδε να μας βοηθήσει, λες και κάτι είχαμε πάθει και χρειαζόμαστε επειγόντως υποστήριξη. Καλέ θεία για μπάνιο είχαμε πάει όχι στο μέτωπο !!!!

3η επιχείρηση --> Ετοιμασίες για βραδινή έξοδο

Θα φαντάζει περίεργο σε κάποιους , κυρίως άντρες, γιατί επιλέγω το «ετοιμασίες για βραδινή έξοδο» αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο και όχι ένα περιττό κομμάτι της αφήγησης. Αγαπημένη μου γυναίκα αναγνώστρια, εσύ ίσως με καταλαβαίνεις καλύτερα....
Με το που συνερχόταν η θεία από το πρώτο σοκ με του που μας έβλεπε, γινόταν η πραγματική μάχη για το ποιος θα μπει πρώτος στο μπάνιο ... και θυμίζω 5 άτομα εεε? Πάντα με την ξαδέρφη μου χάναμε τη σειρά ή μάλλον μας την έκλεβαν τα κοπέλια γιατί, όπως ισχυρίζονταν εμείς αργούσαμε στο μπάνιο και βαριόντουσαν να περιμένουν. Όχι θα κάτσω και θα ρίξω λίγο νερό απάνω μου με λίγο αφρόλουτρο και θα πω ότι έκανα μπάνιο. Όχι θα πετύχω την κατάλληλη θερμοκρασία νερού, θα λούσω τα μαλλιά μου 2 φορές και θα βάλω και μαλακτική μία φορά, θα πλυθώ 2 φορές με αφρόλουτρο και θα ξεβγάλω όλων των ειδών τις σαπουνάδες και μετά θα βγω. Όλα κι όλα...
Τελικά τελευταίες και «καταϊδρωμένες» κάναμε μπάνιο και ξεκινούσε η μάχη για το πού θα αλλάξουμε και για το τι θα φορέσουμε (και αν κάτι δεν ήταν σιδερωμένο .. ουέ κι αλίμονο). Σε αυτή τη φάση μάλλον με την ξαδέρφη μου αποφασίζαμε πιο γρήγορα τα ρούχα. Τα κοπέλια δε, «Μαρίνα πάει αυτό το πουκάμισο με αυτό το παντελόνι?», «Μήπως είναι πολύ επίσημο ή πολύ πρόχειρο?», «Φτιάξε μου τα μανίκια λόγο», «Στρώνει καλά πάνω μου?». Ναι, ναι ούτε για γαμπροί να ετοιμαζόντουσαν.
Εμείς πάλι είχαμε να στεγνώσουμε και να φτιάξουμε μαλλιά και να βαφτούμε. Όλα αυτά σε ένα μικρό σπίτι 2 παιδικών υπνοδωματίων με 5 άτομα να θέλουν να ντυθούν, να χτενιστούν και γενικά να ετοιμαστούν, με διαφορετικές ταχύτητες ο καθένας και διαφορετικά κολλήματα που έπρεπε να λύσει ο καθένας. Πραγματική επικίνδυνη αποστολή δεν νομίζετε? Όμως μου λείπει τώρα που το σκέφτομαι ... είναι αυτές οι μικρές, απλές, καθημερινές σκηνές τρέλας, που βιώνει κανείς με άτομα οικεία του (που τα δένει κιόλας), που ενόσω τις βιώνει τις μισεί, στη θύμησή τους, όμως νιώθει γλυκιά νοσταλγία και χαμογελά γλυκοχαζά .. όπως εγώ τώρα...

4η επιχείρηση --> Βραδινή έξοδος

Έτοιμοι κούκλοι και κούκλες όλοι, με λεφτά απαραιτήτως και διάθεση για άγρια πράγματα ξεκινούσαμε να αλώσουμε το Ρέθυμνο by night.
1η στάση στα γνωστά ρακάδικα, όπου έπρεπε να βάλουμε κάτι στο στόμα μας, μιας κι όλη μέρα μόνο ποτό και πατατάκια είχε το στομάχι. Παραγγέλναμε όλους τους παραδοσιακούς, κρητικούς μεζέδες, ντάκους, απάκια, χοχλιούς μπουμπουριστούς, γραβιέρες και παξιμάδια, σαλάτες κ.α. που κατάφερναν να φέρνουν σε ισορροπία το στομάχι μας. Βέβαια δεν νοείται να είσαι στο ρακάδικο και να μην πιεις ρακί ή ούζο, ανάλογα με τις προτιμήσεις. Οπότε οι μύτες, άρχιζαν και πάλι να κοκκινίζουν, τα γελάκια να πληθαίνουν και τα σαρδάμ να είναι καθεστώς στις συνομιλίες.
Τα ρακάδικα είναι κάτι όπως του Ψειρή εδώ στην Αθήνα, σοκάκια με τραπεζάκια έξω όπου οι άνθρωποι τρώνε και πίνουν, με τη διαφορά ότι στο Ρέθυμνο οι τιμές είναι ασύγκριτα μικρότερες. Εκεί λοιπόν σουλατσάρει, απίστευτος κόσμος, όλοι γνωστοί πάλι των ξαδερφιών μου και δικοί μου πλέον από τις παραλίες. Οπότε όποιος έρχεται και στο τραπέζι μας για να χαιρετήσει : «Κάτσε ορέ, Μανούσο, πιες μια ρακί ορέ κοπέλι». Κανείς δεν έφευγε ακέραστος από το τραπέζι μας, δηλαδή μια βόλτα να κάνεις πάνω κάτω έχεις πιει τσάμπα μισό κιλό ρακί. Εμείς πάλι κερνούσαμε όλο τον κόσμο, και τα μπουκαλάκια στο τραπέζι πληθαίνανε χωρίς να τα πίνουμε εμείς, πληρώνοντάς τα όμως εμείς ... κρητική φιλοξενία είναι αυτή ... Ααα στο μεταξύ επειδή, ο ένας μαθητής, ο άλλος φοιτητής, ο άλλος φαντάρος, το χρήμα έρεε άφθονο όπως καταλαβαίνετε, οπότε εγώ και ο Ι., οι μόνοι εργαζόμενοι επωμιζόμαστε το βάρος να κερνάμε τους υπόλοιπους!!
Μετά το ρακάδικο ακολουθούσε η Πασαρέλα ένας δρόμος γεμάτο μπαράκια κοντά στο λιμάνι του Ρεθύμνου, όπου γίνεται και το «νυφοπάζαρο» if you know what I mean ;-). Οπότε όποτε περνάς από εκεί, ρουφάς κοιλιά, έξω το στήθος, ψηλά οι ώμοι, περπάτημα με χάρη στα 12ποντα τακούνια (αν σου σπάσει τακούνι και σαβουριαστείς θα το μάθει μέχρι και ο αετός στον Ψηλορείτη), μάτια γεμάτα υποσχέσεις και προκλητικότητα και ό,τι γίνει ... Εκεί λοιπόν καθίσαμε για ένα 1ο ποτάκι πριν το after club και για καμιά κρέπα (άλλη μια φορά τα γουρούνια χλαπάκιαζαν τις γλυκιές τους κρέπες με τη ρευστή σοκολάτα, το τριμμένο μπισκότο, την καρύδα, τα κομμάτια μπανάνας και τη σαντιγί .... μισό να πιω λίγο νερό .... ενώ εγώ λοιπόν έπινα το «ωραιότατο» Perrier μου). Στο μεταξύ δεν θα ξαναπώ για τους πολλούς φίλους και γνωστούς που περνούσαν από μπροστά μας και για λόγους διακριτικότητας δεν θα αναφέρω όλα τα μυστικά και τα άπλυτα που έμαθα για το μισό Ρέθυμνο....
Η ώρα στο μεταξύ πλησίαζε 2:00 π.μ. ... οπότε ξεκινούσε το επόμενο κομμάτι της βραδιάς..

5η επιχείρηση --> After club

Έξω από το Ρέθυμνο, στον παραλιακό δρόμο προς Ηράκλειο, υπάρχουν 3 beach bar-club που λειτουργούν όλη μέρα, το πρωί για μπάνιο και ποτάκι στο barάκι, το απόγευμα καφεδάκι και το βράδυ μέχρι τα ξημερώματα club. Το «Siesta», το «Iguanna» και το «Island», με σκηνικό που θυμίζει το λιγότερο Σεϋχέλλες (φοίνικες, μπαμπού και ξύλινα τραπεζάκια και barάκια, καλαμιές, δαυλοί στην παραλία με αιώρες και θέα τη θάλασσα και το φεγγάρι ή τον ήλιο που ανέτελλε το πρωί) αποτελούσαν τους 3 προορισμούς μας για τις μεταμεσονύκτιες ώρες ... και μάλιστα μέσα σε μια βραδιά μπορεί να επισκεπτόμαστε και τα 3 ή 2 από αυτά, αλλά ποτέ ένα ... τρωζάδες αλλά διακοπές βρε κοπέλια είναι αυτές ....
Εκεί με αναμμένες τις «μηχανές» και με 5000 στροφές από νωρίς, ξεκινούσε το ξεσάλωμα.
Έχω παρατηρήσει ότι σε αυτά τα μέρη όπου παίζονται όλα, μα όλα τα είδη μουσικής, σου φαίνονται πολύ λογικές οι εναλλαγές της μουσικής και μάλιστα τις γουστάρεις και όλες. Το άλλο πρωί μπορεί να ντρέπεσαι που τραγουδούσες και χόρευες πάνω στη μπάρα Τερλέγκα ή Μπουγά αλλά δεν έχει καμία σημασία, εκείνη την ώρα, θες λίγο το ποτό, θες ότι όλοι μοιάζουν να είναι «fans» αυτών των αοιδών, όλα έρχονται πολύ φυσικά και πολύ όμορφα.
Τέλος πάντων με τα ποτά και τα σφηνάκια να εναλλάσσονται (πλήρωνε εργαζόμενε!!), τον ασταμάτητο χορό να μην προκαλεί τον παραμικρό πόνο στα πόδια με τα 12ποντα τακούνια και γενικά όλο το κλίμα που σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι έχεις ξεφύγει από την καθημερινότητα και τη ρουτίνα και ότι ΝΑΙ!!! είσαι επιτέλους διακοπές, κυλούσε η ώρα μέχρι τις 6:00 π.μ. ?

Κάποια βραδιά μου στην Κρήτη είχα και τα «τυχερά» μου ... ένας φίλος, φίλου, ξαδέρφου, μπατζανάκη, συννυφάδας και δε συμμαζεύεται, με πλησίασε κάποια στιγμή που γελούσα. Ψηλός 1:90 τουλάχιστον, μελαχρινός, γυμνασμένος, με ξεμανίκωτο μπλουζάκι να φαίνονται τα ποντίκια (μετά έμαθα ότι ήταν αλεξιπτωτιστής στο στρατό) και με υφάκι Μαζωνάκη «έχουμε περηφάνια εμείς εδώ και λόγο τιμής» ... ξεκίνησε το «Gucci φόρεμα» να διαδραματίζεται :
- «Τι γελάς καλέ όλη την ώρα;» ξεκινάει, άκου 1η ερώτηση σε κοπέλα
- «Γιατί καλέ θα έπρεπε να κλαίω;» στην αντεπίθεση αμέσως εγώ
- «Όχι ίσα-ίσα σου πάει»
Άχου το μωρέ και το πήρα από τα μούτρα ...
- «Από πού είσαι;» ρωτάει
- «Από την Αθήνα, από το Ν. Ηράκλειο, εσύ;»
- «Από το Περιστέρι»
Να το Gucci φόρεμα, μέσα έπεσα τελικά. Στο μεταξύ είχε ρωτήσει την συνονόματη (όνομα και επίθετο) ξαδέρφη μου νωρίτερα πως τι λένε, οπότε όταν με ρώτησε και μένα το όνομά μου πριν απαντήσω, εγώ λύθηκα στα γέλια ....
- «Ρε Π. τι της κάνεις της κοπελιάς και γελάει όλη την ώρα;» ρωτάει ένας φίλος του από παραδίπλα
- «Ξέρω γω...» με απορημένο ύφος αυτός
Του απαντάω λοιπόν και του εξηγώ το αστείο του πράγματος, οπότε αφού κατάλαβε ότι δεν είμαι χαζοχαρούμενο, συνέχισε...
- «Και κοριτσάρα μου, τι δουλειά κάνεις;» ορμάει αυτός
Ωχ ωχ εγώ ... οπότε με «ύφος μπλαζέ» απαντώ :
- «Ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Πολυτεχνείο τελείωσα και δουλεύω στη .......Α.Ε.» ουάου..
- «Ναι εε; Και τι ακριβώς κάνεις;» πιο μαζεμένος αυτός
- «Ηλεκτρομηχανολογικές μελέτες» συνεχίζω η δικιά σου
- «Μπράβο» μου λέει
Ευχαριστώ δεν κάνει τίποτα, σκέφτηκα, αλλά προτίμησα το :
- «Εσύ με τι ασχολείσαι;»
- «Μηχανικός είμαι» απαντά μονολεκτικά
Κάτσε σκέφτομαι εγώ ... στην κοινωνία μας οι άνθρωποι όταν τους λες μηχανικός, το μυαλό τους πηγαίνει στο μηχανικό αυτοκινήτων και μόνο, οπότε ...
- «Αυτοκινήτων;»
- «Ναι» επιβεβαιώνει
- «Μάλιστα και που δουλεύεις;»
- «Σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων στο Περιστέρι, αλλά λέω να ανοίξω το δικό μου συνεργείο σύντομα» προσπαθεί να κερδίσει έδαφος...
- «Μμμ...»
- «Και, συγνώμη κιόλας, αλλά πόσο χρονών είσαι;»
Μάλιστα φτάσαμε και στο επίμαχο σημείο....
- «Και μη με ρωτήσεις, ‘πόσο με κάνεις;’» γελάει αυτός
- «Πόσο με κάνεις λοιπόν;» χα χα χα εγώ
- «Εεε ορίστε τώρα .. λοιπόν..»
Με «γδύνει» με τα μάτια του και απαντά :
- «21-22 ;»
- «ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ !!!! Καλά με δουλεύεις έτσι; ΧΑ ΧΑ ΧΑ»
- «Γιατί καλέ, αφού τόσο σε κάνω. Πόσο είσαι;» σοβαρός και λιγάκι τρομαγμένος
- «Εεε αφού με κάνεις 21-22, τόσο θα είμαι για σένα, δε σου λέω την πραγματική μου ηλικία» τρελή είμαι;; «Εσύ πόσο είσαι;»
- «28,... και πότε φεύγεις από την Κρήτη;» αλλάζουμε θέμα..
- «Την Κυριακή με ημερήσιο από το Ηράκλειο»
- «Μόνη σου; Ή με τους δικούς σου;» ρωτά
- «Όχι μόνη μου ήρθα στην Κρήτη, εσύ;»
- «Εγώ μεθαύριο και πάω Αθήνα»
Σε κάποια φάση σηκώθηκε, γύρισε με κέρασε ένα ποτό και ένα τσιγάρο, ψιθύρισε κάτι με το Λ. ένα μακρινό μου συγγενή και φίλο του και μετά από αρκετή ώρα ξαναβρεθήκαμε...
- «Ναι αλλά δε μου είπες πόσο χρονών είσαι;» ... είναι που δε σε ένοιαζε ....
- «Άντε θα σου πω, 27...» διστακτικά
- «Πόσο; Σοβαρά μιλάς, αποκλείεται!!!» αποσβολωμένος ...
- «Κι όμως εγώ ...» τι να κάνω πια μικροδείχνω ...
- «Ρε μαλάκα» όχι σε μένα, σε ένα φίλο του, «πόσο χρονών την κάνεις;»
- «Εεε 23-24..γιατί πόσο είναι; »
Ανεβαίνουμε παιδιά και δε μ’ αρέσει...
- «27!!» λέει ο ένας
- «27;;» απορεί ο άλλος
- «Καλά ρε παιδιά ΟΚ μη το φωνάζουμε κιόλας ..» αστειεύομαι εγώ, τι να κάνω...
- «Και μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω κάτι;» ρωτάει διστακτικά...
- «Ρώτα και θα εξαρτηθεί..» κρατάω μια πισινή
- «Έχεις σχέση; (και όχι έχεις χέσει; όπως ακούστηκε αρχικά, αλλά ευτυχώς λειτούργησε ο επεξεργαστής)»
- «Όχι»
- «Μα καλά πώς γίνεται;» απορεί αυτός, εγώ πάλι αρχίζω να φρικάρω και περνάω στην αντεπίθεση...
- «Γιατί ποιος το λέει ότι κάποια κοπέλα στα 27 πρέπει να έχει σχέση ντε και καλά;»
- «Εε το λέω, επειδή συνήθως οι γυναίκες μέχρι τα 25, ψάχνουν, δοκιμάζουν και μετά αποφασίζουν και κατασταλάζουν κάπου» μαζεμένα...
Μάλιστα, σκέφτομαι όπως δηλαδή όταν είναι να αγοράσουν παπούτσια .... αχ Μαρίνα πέρασε κατά πολλού μου φαίνεται η εποχή που έπρεπε να ... αγοράσεις παπούτσια, τέρμα οι εκπτώσεις .... κατάλαβες .....
- «Κοίτα είχα μια σχέση 5 χρόνια, μετά κάτι όχι σταθερό και γενικά απλά πορεύομαι και ότι τύχει...» τι να πω?
- «Να σου πω κάτι ... »
- «Πες..» ...
- «Αυτός που θα σε έχει θα είναι ευλογημένος, κοριτσάρα μου....»
- «Χι χι ευχαριστώ πολύ» με μια διστακτικότητα, πότε πρόλαβε και το κατάλαβε μωρέ ... πού να ήξερε τι pin in the ass είμαι ...
Κάπου εκεί τελείωσε η συζήτηση εκείνη την ημέρα και κάπου εκεί χαθήκαμε χωρίς να χαιρετιστούμε, λόγω αναμπουμπούλας και κόσμου. Αυτός γύρισε Αθήνα και εγώ συνάντησα το Λ. μια από τις επόμενες ημέρες ο οποίος μου είπε πως του Π. του άρεσα πολύ και ότι αν ήθελα και εγώ να μου έδινε το τηλέφωνό του να βρεθούμε στην Αθήνα ....
Αλλά δεν το βλέπω ....

Αυτά περίπου συνέβαιναν επί 4 ημέρες στο Ρέθυμνο .... κραιπάλες σε όλο τους το μεγαλείο ...

Το πλοίο πλησιάζει στο λιμάνι και ο ήλιος πλέον κρύβεται για τα καλά πίσω από τα βουνά ..
ποιος ξέρει πότε θα ξανανέβω σε καράβι πάλι για ταξίδι, ίσως του χρόνου...

Τι βγάζω λοιπόν από τι βαλίτσα μου;;
Αναμνήσεις, νοσταλγία, χαρά, φωτογραφίες , γεύσεις, αρώματα, δύναμη, ζωντάνια και ίσως νέες αποφάσεις για το μέλλον ....

Φτάσαμε, η φωνή στο μεγάφωνο μας καλεί να ετοιμαζόμαστε.....

Στα δεξιά κι αριστερά οι φάροι του λιμανιού του Πειραιά αναβοσβήνουν σα να σημαίνουν και επίσημα το τέλος του ταξιδιού μου .... οι γλάροι που ώρα τώρα μας ακολουθούσαν γυρίζουν πάλι προς το πέλαγο και εμείς πάλι κατευθυνόμαστε προς ... την πόλη μας ... τη πραγματική ζωή μας ...

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Grafeis me mia monadiki ikanotita na metavaineis fusika kai armonika apo to dramatiko sto kwmiko stul. Tautoxrona kataferneis na diatireis to endiaferon tou anagnosti se upsilo epipedo.
Keep up the good work ...

seaina είπε...

Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τα καλά σου λόγια !!