Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2006

"Γυρίσατεεε??"

~

- "Γυρίσατεεε ??" Καρέζη με γλυκιά φωνούλα ως η δεσποινίς διευθυντής Βασιλείου
- "Κύριε Σαμιωτάκη, Βασιλείου εδώ!" Καρέζη με άγρια μπάσα φωνή ως η δεσποινίς διευθυντής Βασιλείου

Γυρίσατε λοιπόν από τις διακοπές σας?
Σας καταλαβαίνω, με μισείτε που σας θυμίζω το τέλος του καλοκαιριού και την επιστροφή στην πεζή πραγματικότητα ...
Τουλάχιστον περάσατε καλά, ξεκουραστήκατε ?

.... καλά καλά το κόβω, δεν θα πω τίποτα άλλο, απλά θα ευχηθώ γρήγορα και στις επόμενες εκδρομές !!

Μέχρι τότε, κοιτάζουμε φωτογραφίες και προσπαθούμε να κάνουμε την καθημερινότητά μας ... διακοπές. Θέλει κόπο αλλά και τρόπο ...
Ας είναι ένα από τα καινούρια μας εγχειρήματα για το φθινόπωρο και το χειμώνα που ακολουθούν !! Θα περιμένω την πρόοδό σας ...

~

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2006

Κρήτη 2006 (ΙΙ) - Wild Διακοπές

Στον αντίποδα των παραδοσιακών μου διακοπών στην Κρήτη βρέθηκαν οι .. wild διακοπές μου στην Μεγαλόνησο. Και για να προλάβω πιθανές πονηρές και βρώμικες σκέψεις όταν εννοώ wild εννοώ έντονες και ξέφρενες ...

Wild διακοπές στην Κρήτη

Όποτε λοιπόν, η ΥΠΟΜΟΝΗ στο χωριουδάκι χτυπούσε κόκκινο από τις επικρίσεις, τις γκρίνιες της γιαγιάς και τελικά την γενική ασυνεννοησία, έμπαινα στο Starletάκι μου και βούρ για την πόλη του Ρεθύμνου, όπου αυτοπροσκαλούμουν στο σπίτι της θείας μου και των 4 ξαδερφιών μου. Τι τύχη Θεέ μου για μένα, να βρω μετά από πολλά χρόνια μαζεμένα και τα 4 αδέρφια ... μμμ για τη θεία βέβαια το γεγονός να έχει 3 κοπέλια και 2 κοπελιές να φροντίζει κάθε άλλο παρά τύχη ήταν, μάλλον κατάρα ... :-) !!
Έτσι ο Ι. με άδεια από τη δουλειά του, ο Μ. με άδεια από το στρατό, η συνονόματη Μ. με «άδεια» από τη σχολή και ο Γ. με ... άδεια γενικώς και η ξαδέρφη τους (εγώ) με άδεια περάσαμε 4 ημέρες όνειρο...
Το βασικό πρόγραμμα όλων σχεδόν των ημερών ήταν στο περίπου :





1η επιχείρηση --> Ξύπνημα

Κοιμόμαστε μέχρι το μεσημέρι για να αναπληρώνουμε χαμένες ώρες ύπνου (αν το ήξερε η γιαγιά αυτό είχα χαθεί από το χάρτη όχι μόνο τση Κρήτης αλλά και του κόσμού ολάκερου). Όταν λοιπόν, καταφέρναμε να ξυπνήσουμε, σέρναμε τα βαριά και αγουροξυπνημένα μας σαρκία από ντιβάνι σε καναπέ και από καρέκλα σε πολυθρόνα. Φτιάχναμε και κανένα φραπεδάκι μπας και ανοίξει το μάτι μας, ανοίγαμε και την τηλεόραση και «βλέπαμε» όλα τα απαρχαιωμένα και χιλιοπαιγμένα χαζοσείριαλ. Τα ξαδέρφια μου δε «σεβόμενα» απόλυτα το εμπάργκο στα γλυκά που κάνω εδώ και μήνες, έβαζαν μπροστά τους κάθε πρωί ένα ταψί από οποιοδήποτε γλυκό διέθετε το σπίτι (και πιστέψτε με διέθετε όχι μόνο πολλά αλλά και ποικιλία τεράστια) και σαν την ηδονισμένες κοπελιές του γιαουρτιού της διαφήμισης του Total, έβγαζαν αναστεναγμούς και μουγκρητά μπροστά στα μάτια και .. στα αυτιά μου. Αφού λοιπόν, έτρωγαν το καθημερινό του βρίσιμο και αφού πλέον μετά από λίγη ώρα, θες ο καφές θες οι σαχλαμάρες στην τηλεόραση που δεν παλεύονται με τίποτα, ξεκινούσε τη δραστηριότητα στους οργανισμούς μας.

2η επιχείρηση --> Παραλία

Έβαζα λοιπόν τον καινούριο μου μαυροκόκκινο μαγιό, με το ασορτί παρεό, την ασορτί μπαντάνα, τις ασορτί σαγιονάρες και με την ασορτί τσάντα ανά χείρας, ξεκινούσα για την παραλία με τα ... μη ασορτί εμφάνισης ξαδέρφια μου. Μα καλά υπάρχει κόσμος που πάει στην παραλία κουβαλώντας μόνο μια πετσέτα και το κινητό? Μόνο εγώ δηλαδή είμαι σαν τη Γεωργία Βασιλειάδου από το "Η θεία από το Σικάγο", με την καπελαδούρα στην παραλία? Μμμμ η εκδίκηση έρχεται όμως αργότερα...
Αφού λοιπόν, όλη η trendy και χαρωπή παρέα έμπαινε στο μουράτο, κίτρινο (μη ξεχνάτε στην Κρήτη τα ταξί δεν είναι κίτρινα) αυτοκίνητο του Ι. με τις διπλές εξατμίσεις, τα 1800 κυβικά και τα οχταπλά ηχεία, έβαζε ο Ι. στο mp3 player τα τελευταία summer hits και με κατεβασμένα τα παράθυρα και τη μουσική στο φουλ κατευθυνόμαστε προς την παραλία. Ό,τι σιχαίνομαι δηλαδή, συνέβαινε σε εκείνο το αμάξι - δυνατή, μπιτάτη μουσική, με κατεβασμένα παράθυρα (άρα όχι air condition) για να δίνουμε στόχο παντού, ο αέρας να ανακατεύει τα φρεσκοφτιαγμένα μου μαλλάκια (όχι δεν τα αφήνω τα μαλλάκια μου ανακατωμένα) και με τους παλμούς της καρδιάς μου στους 1000, από τα επικίνδυνα προσπεράσματα του Ι. ξεχυνόμαστε προς την παραλία. Αντί όμως να κατεβάσω το κεφάλι, έβαζα το μουράτο γυαλί ηλίου και με το χέρι έξω από το παράθυρο και τα κεφάλια μας να κινούνται σύμφωνα με τη μουσική, πώς κινούνται ταυτόχρονα τα μαρούλια στον αγρό όταν τα φυσάει ο αέρας.. εε κάπως έτσι φτάναμε στην παραλία.
Κάποια στιγμή φτάναμε και στην παραλία οπότε κατέβαινα από το αυτοκίνητο, κουφή, αναμαλλιασμένη και ανακατωμένη αλλά με τον ασορτί και trendy εξοπλισμό μου. Έπρεπε όμως, να περπατήσω με χάρη και τσαχπινιά στην πλαζ, πράγμα που από το jet lak ήταν αδύνατο, οπότε με τον Ι. αλά μπρατσέτα κατάφερνα να προσεγγίσω καμιά ξαπλώστρα. Αράζαμε κάτω από κάποια ομπρέλα και άρχιζε η εκδίκησή μου. Τα trendy ξαδέρφια μου δεν είχαν που να αφήσουν το κινητό, τα γυαλιά και τα κλειδιά τους, οπότε τα 3.000 τσαντάκια μου τους φάνταζαν τότε πολύ θελκτικά ... χμ χμ χμ καθώς και τα 1000 προϊόντα, αντηλιακά, γαλακτώματα, αφροί, για το σώμα, για το πρόσωπο, για τα μαλλιά, για.. για... Η εκδίκησή μου βέβαια δεν ήταν να τους στερήσω όλα αυτά τα απαραίτητα αξεσουάρ για την παραλία, αλλά να του γκρινιάζω που για ακόμα μια φορά είμαι φορτωμένη σαν το γάιδαρο, ενώ αυτοί άνετοι και cool.
Στην πορεία, αφού πληρώναμε τα ναύλα της ομπρέλας και των ξαπλώστρων για το ταξίδι στην παραλία, πασαλειβόμουν με τα αντηλιακά, πασάλειβα και όλη την παρέα. Άλλος λοιπόν, άραζε στην ξαπλώστρα όπου τον έπαιρνε ο ύπνος, άλλος διάβαζε κανένα περιοδικό, ενώ εγώ κολυμπούσα και έπαιζα ρακέτες με τον Μ. μέχρι τελικής πτώσης. Στο μεταξύ κάτι που βαρέθηκα να ακούω από τα ξαδέρφια μου είναι φράσεις του τύπου : «Ααα ο Σήφης!», «Ρε η Νεκταρία εκεί, εκεί», «Τι θέλει εδώ ο Μαθιός καλέ;», δηλαδή με λίγα λόγια όλοι οι λουόμενοι τριγύρω μας ήταν λίγο ως πολύ γνωστοί των ξαδερφιών μου. Ή λοιπόν, τα ξαδέρφια μου είναι τόσο κοινωνικά που κατεβαίνουν για δήμαρχοι ή το Ρέθυμνο είναι τόσο μικρό που, όπου και να πας, συναντάς γνωστούς.
Κατέληξα στο δεύτερο και μου έδωσε μια αφορμή να σκεφτώ, πώς θα ήταν η ζωή μου σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Φρικάρω μόνο με την ιδέα ότι θα μπορούσα να είμαι εκτεθειμένη σε γνωστά μάτια ανά πάσα στιγμή και όχι επειδή έχω κάτι μεμπτό να κρύψω, αλλά επειδή θέλω την ιδιωτική μου ζωή απροσπέλαστη. Θα μου πει κάποιος (και μου το είπαν και τα ξαδέρφια μου) ότι είναι ωραίο να βγαίνεις βόλτα χωρίς παρέα και προορισμό και σε λίγη ώρα να έχεις βρει φίλους και γνωστούς για να διασκεδάσεις. Δε λέω καλό είναι και σίγουρα έχει τη χάρη του έναντι των ψυχρών και απρόσωπων κοινωνικών συνθηκών των μεγάλων πόλεων. Αλλά από την άλλη υπάρχουν και τα κουτσομπολιά και οι παρεξηγήσεις που μπορεί να δημιουργηθούν από λάθη και παρερμηνεύσεις καταστάσεων. Τέλος πάντων καταλήξαμε με τα ξαδέρφια μου ότι όλα μια συνήθεια είναι ... άλλωστε πού ξέρεις η μοίρα στο μέλλον πού θα μας ρίξει και πώς θα κληθούμε να ζήσουμε ...
Αφού παίζαμε λοιπόν στην άμμο και ανταλλάσσαμε χαιρετούρες με τους λουόμενους Ρεθυμνιώτες, μαζεύαμε τα «κουβαδάκια» μας και όχι σε άλλη παραλία, αλλά στο barάκι της ίδιας παραλίας. Όλοι πάλι έβαζαν την παρμάτεια τους στα τσαντάκια της Μαρίνας, άραζαν στο bar και η Μαρίνα έψαχνε να βρει χώρο να τα ακουμπήσει ....γρ γρ ... όταν λοιπόν παρατούσα κάπου τα συμπάγκαλά μας, παρέγγελνα και κανά ποτάκι και άρχιζε το απογευματικό party. Εκεί πλέον τα ξαδέρφια μου δεν έβρισκαν γνωστούς μόνο στους λουόμενους, αλλά και στους χορεύοντες, πότες, barmen, γκαρσόνια, οπότε κάθε άλλο παρά μοναξιές είχαμε. Τελικά όλοι στο bar γινόμαστε μια μεγάλη παρέα που χόρευε, έπινε, έπαιζε μπουγέλο με παγάκια (άει, άει, άει ...) με το barman και γενικά περνούσαμε ... summer in Greece ή καλύτερα in Crete!!
Κατακόκκινοι από τον ήλιο και από το .. ποτό, ιδρωμένοι από το χορό, βρεγμένοι από τη θάλασσα, τα ντουζ και τα παγάκια, ψιλοζαλισμένοι, με ένα χαζοβιόλικο ανεξήγητο χαμόγελο μονίμως ζωγραφισμένο στα χείλη μας και με μια ακατάσχετη διάθεση για γέλια από μεριάς μου κυρίως, ανεβαίναμε (και λέω «ανεβαίναμε» γιατί υπό εκείνες τις συνθήκες και το σήκωμα του ποδιού για να μπει σε ένα αμάξι φάνταζε «επικίνδυνη αποστολή») στο turbo και δεν μας έφτανε η ζάλη από τον ήλιο και το ποτό είχαμε και την οδήγηση του Ι. η οποία μας αποτελείωνε.
Πίσω στο σπίτι το θέαμα που παρουσιάζαμε μάλλον δεν ήταν πολύ ικανοποιητικό, μιας και η θεία με αποσβολωμένα μάτια, που υποδήλωναν συμπόνια και οίκτο, έσπευδε να μας βοηθήσει, λες και κάτι είχαμε πάθει και χρειαζόμαστε επειγόντως υποστήριξη. Καλέ θεία για μπάνιο είχαμε πάει όχι στο μέτωπο !!!!

3η επιχείρηση --> Ετοιμασίες για βραδινή έξοδο

Θα φαντάζει περίεργο σε κάποιους , κυρίως άντρες, γιατί επιλέγω το «ετοιμασίες για βραδινή έξοδο» αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο και όχι ένα περιττό κομμάτι της αφήγησης. Αγαπημένη μου γυναίκα αναγνώστρια, εσύ ίσως με καταλαβαίνεις καλύτερα....
Με το που συνερχόταν η θεία από το πρώτο σοκ με του που μας έβλεπε, γινόταν η πραγματική μάχη για το ποιος θα μπει πρώτος στο μπάνιο ... και θυμίζω 5 άτομα εεε? Πάντα με την ξαδέρφη μου χάναμε τη σειρά ή μάλλον μας την έκλεβαν τα κοπέλια γιατί, όπως ισχυρίζονταν εμείς αργούσαμε στο μπάνιο και βαριόντουσαν να περιμένουν. Όχι θα κάτσω και θα ρίξω λίγο νερό απάνω μου με λίγο αφρόλουτρο και θα πω ότι έκανα μπάνιο. Όχι θα πετύχω την κατάλληλη θερμοκρασία νερού, θα λούσω τα μαλλιά μου 2 φορές και θα βάλω και μαλακτική μία φορά, θα πλυθώ 2 φορές με αφρόλουτρο και θα ξεβγάλω όλων των ειδών τις σαπουνάδες και μετά θα βγω. Όλα κι όλα...
Τελικά τελευταίες και «καταϊδρωμένες» κάναμε μπάνιο και ξεκινούσε η μάχη για το πού θα αλλάξουμε και για το τι θα φορέσουμε (και αν κάτι δεν ήταν σιδερωμένο .. ουέ κι αλίμονο). Σε αυτή τη φάση μάλλον με την ξαδέρφη μου αποφασίζαμε πιο γρήγορα τα ρούχα. Τα κοπέλια δε, «Μαρίνα πάει αυτό το πουκάμισο με αυτό το παντελόνι?», «Μήπως είναι πολύ επίσημο ή πολύ πρόχειρο?», «Φτιάξε μου τα μανίκια λόγο», «Στρώνει καλά πάνω μου?». Ναι, ναι ούτε για γαμπροί να ετοιμαζόντουσαν.
Εμείς πάλι είχαμε να στεγνώσουμε και να φτιάξουμε μαλλιά και να βαφτούμε. Όλα αυτά σε ένα μικρό σπίτι 2 παιδικών υπνοδωματίων με 5 άτομα να θέλουν να ντυθούν, να χτενιστούν και γενικά να ετοιμαστούν, με διαφορετικές ταχύτητες ο καθένας και διαφορετικά κολλήματα που έπρεπε να λύσει ο καθένας. Πραγματική επικίνδυνη αποστολή δεν νομίζετε? Όμως μου λείπει τώρα που το σκέφτομαι ... είναι αυτές οι μικρές, απλές, καθημερινές σκηνές τρέλας, που βιώνει κανείς με άτομα οικεία του (που τα δένει κιόλας), που ενόσω τις βιώνει τις μισεί, στη θύμησή τους, όμως νιώθει γλυκιά νοσταλγία και χαμογελά γλυκοχαζά .. όπως εγώ τώρα...

4η επιχείρηση --> Βραδινή έξοδος

Έτοιμοι κούκλοι και κούκλες όλοι, με λεφτά απαραιτήτως και διάθεση για άγρια πράγματα ξεκινούσαμε να αλώσουμε το Ρέθυμνο by night.
1η στάση στα γνωστά ρακάδικα, όπου έπρεπε να βάλουμε κάτι στο στόμα μας, μιας κι όλη μέρα μόνο ποτό και πατατάκια είχε το στομάχι. Παραγγέλναμε όλους τους παραδοσιακούς, κρητικούς μεζέδες, ντάκους, απάκια, χοχλιούς μπουμπουριστούς, γραβιέρες και παξιμάδια, σαλάτες κ.α. που κατάφερναν να φέρνουν σε ισορροπία το στομάχι μας. Βέβαια δεν νοείται να είσαι στο ρακάδικο και να μην πιεις ρακί ή ούζο, ανάλογα με τις προτιμήσεις. Οπότε οι μύτες, άρχιζαν και πάλι να κοκκινίζουν, τα γελάκια να πληθαίνουν και τα σαρδάμ να είναι καθεστώς στις συνομιλίες.
Τα ρακάδικα είναι κάτι όπως του Ψειρή εδώ στην Αθήνα, σοκάκια με τραπεζάκια έξω όπου οι άνθρωποι τρώνε και πίνουν, με τη διαφορά ότι στο Ρέθυμνο οι τιμές είναι ασύγκριτα μικρότερες. Εκεί λοιπόν σουλατσάρει, απίστευτος κόσμος, όλοι γνωστοί πάλι των ξαδερφιών μου και δικοί μου πλέον από τις παραλίες. Οπότε όποιος έρχεται και στο τραπέζι μας για να χαιρετήσει : «Κάτσε ορέ, Μανούσο, πιες μια ρακί ορέ κοπέλι». Κανείς δεν έφευγε ακέραστος από το τραπέζι μας, δηλαδή μια βόλτα να κάνεις πάνω κάτω έχεις πιει τσάμπα μισό κιλό ρακί. Εμείς πάλι κερνούσαμε όλο τον κόσμο, και τα μπουκαλάκια στο τραπέζι πληθαίνανε χωρίς να τα πίνουμε εμείς, πληρώνοντάς τα όμως εμείς ... κρητική φιλοξενία είναι αυτή ... Ααα στο μεταξύ επειδή, ο ένας μαθητής, ο άλλος φοιτητής, ο άλλος φαντάρος, το χρήμα έρεε άφθονο όπως καταλαβαίνετε, οπότε εγώ και ο Ι., οι μόνοι εργαζόμενοι επωμιζόμαστε το βάρος να κερνάμε τους υπόλοιπους!!
Μετά το ρακάδικο ακολουθούσε η Πασαρέλα ένας δρόμος γεμάτο μπαράκια κοντά στο λιμάνι του Ρεθύμνου, όπου γίνεται και το «νυφοπάζαρο» if you know what I mean ;-). Οπότε όποτε περνάς από εκεί, ρουφάς κοιλιά, έξω το στήθος, ψηλά οι ώμοι, περπάτημα με χάρη στα 12ποντα τακούνια (αν σου σπάσει τακούνι και σαβουριαστείς θα το μάθει μέχρι και ο αετός στον Ψηλορείτη), μάτια γεμάτα υποσχέσεις και προκλητικότητα και ό,τι γίνει ... Εκεί λοιπόν καθίσαμε για ένα 1ο ποτάκι πριν το after club και για καμιά κρέπα (άλλη μια φορά τα γουρούνια χλαπάκιαζαν τις γλυκιές τους κρέπες με τη ρευστή σοκολάτα, το τριμμένο μπισκότο, την καρύδα, τα κομμάτια μπανάνας και τη σαντιγί .... μισό να πιω λίγο νερό .... ενώ εγώ λοιπόν έπινα το «ωραιότατο» Perrier μου). Στο μεταξύ δεν θα ξαναπώ για τους πολλούς φίλους και γνωστούς που περνούσαν από μπροστά μας και για λόγους διακριτικότητας δεν θα αναφέρω όλα τα μυστικά και τα άπλυτα που έμαθα για το μισό Ρέθυμνο....
Η ώρα στο μεταξύ πλησίαζε 2:00 π.μ. ... οπότε ξεκινούσε το επόμενο κομμάτι της βραδιάς..

5η επιχείρηση --> After club

Έξω από το Ρέθυμνο, στον παραλιακό δρόμο προς Ηράκλειο, υπάρχουν 3 beach bar-club που λειτουργούν όλη μέρα, το πρωί για μπάνιο και ποτάκι στο barάκι, το απόγευμα καφεδάκι και το βράδυ μέχρι τα ξημερώματα club. Το «Siesta», το «Iguanna» και το «Island», με σκηνικό που θυμίζει το λιγότερο Σεϋχέλλες (φοίνικες, μπαμπού και ξύλινα τραπεζάκια και barάκια, καλαμιές, δαυλοί στην παραλία με αιώρες και θέα τη θάλασσα και το φεγγάρι ή τον ήλιο που ανέτελλε το πρωί) αποτελούσαν τους 3 προορισμούς μας για τις μεταμεσονύκτιες ώρες ... και μάλιστα μέσα σε μια βραδιά μπορεί να επισκεπτόμαστε και τα 3 ή 2 από αυτά, αλλά ποτέ ένα ... τρωζάδες αλλά διακοπές βρε κοπέλια είναι αυτές ....
Εκεί με αναμμένες τις «μηχανές» και με 5000 στροφές από νωρίς, ξεκινούσε το ξεσάλωμα.
Έχω παρατηρήσει ότι σε αυτά τα μέρη όπου παίζονται όλα, μα όλα τα είδη μουσικής, σου φαίνονται πολύ λογικές οι εναλλαγές της μουσικής και μάλιστα τις γουστάρεις και όλες. Το άλλο πρωί μπορεί να ντρέπεσαι που τραγουδούσες και χόρευες πάνω στη μπάρα Τερλέγκα ή Μπουγά αλλά δεν έχει καμία σημασία, εκείνη την ώρα, θες λίγο το ποτό, θες ότι όλοι μοιάζουν να είναι «fans» αυτών των αοιδών, όλα έρχονται πολύ φυσικά και πολύ όμορφα.
Τέλος πάντων με τα ποτά και τα σφηνάκια να εναλλάσσονται (πλήρωνε εργαζόμενε!!), τον ασταμάτητο χορό να μην προκαλεί τον παραμικρό πόνο στα πόδια με τα 12ποντα τακούνια και γενικά όλο το κλίμα που σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι έχεις ξεφύγει από την καθημερινότητα και τη ρουτίνα και ότι ΝΑΙ!!! είσαι επιτέλους διακοπές, κυλούσε η ώρα μέχρι τις 6:00 π.μ. ?

Κάποια βραδιά μου στην Κρήτη είχα και τα «τυχερά» μου ... ένας φίλος, φίλου, ξαδέρφου, μπατζανάκη, συννυφάδας και δε συμμαζεύεται, με πλησίασε κάποια στιγμή που γελούσα. Ψηλός 1:90 τουλάχιστον, μελαχρινός, γυμνασμένος, με ξεμανίκωτο μπλουζάκι να φαίνονται τα ποντίκια (μετά έμαθα ότι ήταν αλεξιπτωτιστής στο στρατό) και με υφάκι Μαζωνάκη «έχουμε περηφάνια εμείς εδώ και λόγο τιμής» ... ξεκίνησε το «Gucci φόρεμα» να διαδραματίζεται :
- «Τι γελάς καλέ όλη την ώρα;» ξεκινάει, άκου 1η ερώτηση σε κοπέλα
- «Γιατί καλέ θα έπρεπε να κλαίω;» στην αντεπίθεση αμέσως εγώ
- «Όχι ίσα-ίσα σου πάει»
Άχου το μωρέ και το πήρα από τα μούτρα ...
- «Από πού είσαι;» ρωτάει
- «Από την Αθήνα, από το Ν. Ηράκλειο, εσύ;»
- «Από το Περιστέρι»
Να το Gucci φόρεμα, μέσα έπεσα τελικά. Στο μεταξύ είχε ρωτήσει την συνονόματη (όνομα και επίθετο) ξαδέρφη μου νωρίτερα πως τι λένε, οπότε όταν με ρώτησε και μένα το όνομά μου πριν απαντήσω, εγώ λύθηκα στα γέλια ....
- «Ρε Π. τι της κάνεις της κοπελιάς και γελάει όλη την ώρα;» ρωτάει ένας φίλος του από παραδίπλα
- «Ξέρω γω...» με απορημένο ύφος αυτός
Του απαντάω λοιπόν και του εξηγώ το αστείο του πράγματος, οπότε αφού κατάλαβε ότι δεν είμαι χαζοχαρούμενο, συνέχισε...
- «Και κοριτσάρα μου, τι δουλειά κάνεις;» ορμάει αυτός
Ωχ ωχ εγώ ... οπότε με «ύφος μπλαζέ» απαντώ :
- «Ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Πολυτεχνείο τελείωσα και δουλεύω στη .......Α.Ε.» ουάου..
- «Ναι εε; Και τι ακριβώς κάνεις;» πιο μαζεμένος αυτός
- «Ηλεκτρομηχανολογικές μελέτες» συνεχίζω η δικιά σου
- «Μπράβο» μου λέει
Ευχαριστώ δεν κάνει τίποτα, σκέφτηκα, αλλά προτίμησα το :
- «Εσύ με τι ασχολείσαι;»
- «Μηχανικός είμαι» απαντά μονολεκτικά
Κάτσε σκέφτομαι εγώ ... στην κοινωνία μας οι άνθρωποι όταν τους λες μηχανικός, το μυαλό τους πηγαίνει στο μηχανικό αυτοκινήτων και μόνο, οπότε ...
- «Αυτοκινήτων;»
- «Ναι» επιβεβαιώνει
- «Μάλιστα και που δουλεύεις;»
- «Σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων στο Περιστέρι, αλλά λέω να ανοίξω το δικό μου συνεργείο σύντομα» προσπαθεί να κερδίσει έδαφος...
- «Μμμ...»
- «Και, συγνώμη κιόλας, αλλά πόσο χρονών είσαι;»
Μάλιστα φτάσαμε και στο επίμαχο σημείο....
- «Και μη με ρωτήσεις, ‘πόσο με κάνεις;’» γελάει αυτός
- «Πόσο με κάνεις λοιπόν;» χα χα χα εγώ
- «Εεε ορίστε τώρα .. λοιπόν..»
Με «γδύνει» με τα μάτια του και απαντά :
- «21-22 ;»
- «ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ !!!! Καλά με δουλεύεις έτσι; ΧΑ ΧΑ ΧΑ»
- «Γιατί καλέ, αφού τόσο σε κάνω. Πόσο είσαι;» σοβαρός και λιγάκι τρομαγμένος
- «Εεε αφού με κάνεις 21-22, τόσο θα είμαι για σένα, δε σου λέω την πραγματική μου ηλικία» τρελή είμαι;; «Εσύ πόσο είσαι;»
- «28,... και πότε φεύγεις από την Κρήτη;» αλλάζουμε θέμα..
- «Την Κυριακή με ημερήσιο από το Ηράκλειο»
- «Μόνη σου; Ή με τους δικούς σου;» ρωτά
- «Όχι μόνη μου ήρθα στην Κρήτη, εσύ;»
- «Εγώ μεθαύριο και πάω Αθήνα»
Σε κάποια φάση σηκώθηκε, γύρισε με κέρασε ένα ποτό και ένα τσιγάρο, ψιθύρισε κάτι με το Λ. ένα μακρινό μου συγγενή και φίλο του και μετά από αρκετή ώρα ξαναβρεθήκαμε...
- «Ναι αλλά δε μου είπες πόσο χρονών είσαι;» ... είναι που δε σε ένοιαζε ....
- «Άντε θα σου πω, 27...» διστακτικά
- «Πόσο; Σοβαρά μιλάς, αποκλείεται!!!» αποσβολωμένος ...
- «Κι όμως εγώ ...» τι να κάνω πια μικροδείχνω ...
- «Ρε μαλάκα» όχι σε μένα, σε ένα φίλο του, «πόσο χρονών την κάνεις;»
- «Εεε 23-24..γιατί πόσο είναι; »
Ανεβαίνουμε παιδιά και δε μ’ αρέσει...
- «27!!» λέει ο ένας
- «27;;» απορεί ο άλλος
- «Καλά ρε παιδιά ΟΚ μη το φωνάζουμε κιόλας ..» αστειεύομαι εγώ, τι να κάνω...
- «Και μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω κάτι;» ρωτάει διστακτικά...
- «Ρώτα και θα εξαρτηθεί..» κρατάω μια πισινή
- «Έχεις σχέση; (και όχι έχεις χέσει; όπως ακούστηκε αρχικά, αλλά ευτυχώς λειτούργησε ο επεξεργαστής)»
- «Όχι»
- «Μα καλά πώς γίνεται;» απορεί αυτός, εγώ πάλι αρχίζω να φρικάρω και περνάω στην αντεπίθεση...
- «Γιατί ποιος το λέει ότι κάποια κοπέλα στα 27 πρέπει να έχει σχέση ντε και καλά;»
- «Εε το λέω, επειδή συνήθως οι γυναίκες μέχρι τα 25, ψάχνουν, δοκιμάζουν και μετά αποφασίζουν και κατασταλάζουν κάπου» μαζεμένα...
Μάλιστα, σκέφτομαι όπως δηλαδή όταν είναι να αγοράσουν παπούτσια .... αχ Μαρίνα πέρασε κατά πολλού μου φαίνεται η εποχή που έπρεπε να ... αγοράσεις παπούτσια, τέρμα οι εκπτώσεις .... κατάλαβες .....
- «Κοίτα είχα μια σχέση 5 χρόνια, μετά κάτι όχι σταθερό και γενικά απλά πορεύομαι και ότι τύχει...» τι να πω?
- «Να σου πω κάτι ... »
- «Πες..» ...
- «Αυτός που θα σε έχει θα είναι ευλογημένος, κοριτσάρα μου....»
- «Χι χι ευχαριστώ πολύ» με μια διστακτικότητα, πότε πρόλαβε και το κατάλαβε μωρέ ... πού να ήξερε τι pin in the ass είμαι ...
Κάπου εκεί τελείωσε η συζήτηση εκείνη την ημέρα και κάπου εκεί χαθήκαμε χωρίς να χαιρετιστούμε, λόγω αναμπουμπούλας και κόσμου. Αυτός γύρισε Αθήνα και εγώ συνάντησα το Λ. μια από τις επόμενες ημέρες ο οποίος μου είπε πως του Π. του άρεσα πολύ και ότι αν ήθελα και εγώ να μου έδινε το τηλέφωνό του να βρεθούμε στην Αθήνα ....
Αλλά δεν το βλέπω ....

Αυτά περίπου συνέβαιναν επί 4 ημέρες στο Ρέθυμνο .... κραιπάλες σε όλο τους το μεγαλείο ...

Το πλοίο πλησιάζει στο λιμάνι και ο ήλιος πλέον κρύβεται για τα καλά πίσω από τα βουνά ..
ποιος ξέρει πότε θα ξανανέβω σε καράβι πάλι για ταξίδι, ίσως του χρόνου...

Τι βγάζω λοιπόν από τι βαλίτσα μου;;
Αναμνήσεις, νοσταλγία, χαρά, φωτογραφίες , γεύσεις, αρώματα, δύναμη, ζωντάνια και ίσως νέες αποφάσεις για το μέλλον ....

Φτάσαμε, η φωνή στο μεγάφωνο μας καλεί να ετοιμαζόμαστε.....

Στα δεξιά κι αριστερά οι φάροι του λιμανιού του Πειραιά αναβοσβήνουν σα να σημαίνουν και επίσημα το τέλος του ταξιδιού μου .... οι γλάροι που ώρα τώρα μας ακολουθούσαν γυρίζουν πάλι προς το πέλαγο και εμείς πάλι κατευθυνόμαστε προς ... την πόλη μας ... τη πραγματική ζωή μας ...

Τρίτη, 22 Αυγούστου 2006

Κρήτη 2006 (Ι) - Παραδοσιακές Διακοπές

Μεσοπέλαγα καθήμενη, πάνω σε ένα κατάστρωμα, την ώρα που το πορφυρό του ήλιου ζωντανεύει, προσεγγίζω μια πόλη που άφησα πριν μέρες, μια πόλη φιλόξενη και απόμακρη συνάμα.
Έλειψα μόνο δέκα ημέρες και έζησα σε ένα λατρεμένο μέρος, γεύτηκα τις προσφορές του και έζησα σαν κάτοικός του. Υιοθέτησα τις συνήθειές του μέχρι και λίγο από τη διάλεκτό του. Λησμόνησα την πόλη μου και όλους όσους συνδέω με αυτή. Έζησα για δέκα ημέρες τη ζωή κάποιας άλλης ... καμία σύνδεση με τη ζωή μου στην πόλη ... κανένας σύνδεσμος με την κλασσική καθημερινότητά μου.
Πλησιάζοντας τώρα, αυτή την άχαρη την ώρα και θωρώντας τα γνώριμα αυτά κτίσματα, αρχίζω να θυμάμαι φίλους που άφησα. Μόνο τώρα καταλαβαίνω πόσο μου έλειψαν ... αδημονώ να τους δω.
Ααχχ πέρασα όμορφα ποικιλοτρόπως ... οι αρχικοί στόχοι του ταξιδιού που είχα θέσει μάλλον δεν επετεύχθησαν απόλυτα.
Θα χωρίσω τη διαμονή μου σε 2 μέρη τον ήρεμο κι παραδοσιακό και τον έντονο κι wild?


Παραδοσιακές διακοπές στην Κρήτη

Φτάνω στο αγαπημένο μου νησί την προηγούμενη Παρασκευή το πρωί και με το που πατάω το πόδι μου στο έδαφος νιώθω ένα ρίγος και μια παράξενη αύρα να διαπερνά όλο μου το κορμί ... ναι μετά από ένα ολόκληρο χρόνο βρίσκομαι στα πάτρια εδάφη. Πόσο μου είχε λείψει αυτός ο τόπος. Τελικά τα παιδικά και όχι μόνο βιώματα καθορίζουν καταλυτικά τη μετέπειτα ζωή μας.
Τέλος πάντων αρκετά ξεκούραστη μετά από έναν απόλυτα προστατευμένο από το πολικό ψύχος που προκαλούσε το air condition του πλοίου ύπνο, μέσα στο sleeping bag μου και μη πτοούμενη από τα κακεντρεχή σχόλια νεόπλουτων επιβατών α' θέσης για το στυλ του ύπνου μου έφτασα στο Ηράκλειο. Βγαίνω από το γκαράζ μετά από καμιά ώρα (γιατί οι νεόπλουτοι επιβάτες α' θέσης κρίνουν σωστό να πάνε στα τζιπ τους μια ώρα μετά το άραγμα του πλοίου και ενόσω εσύ μέσα στο Starletάκι σου πίσω από τη τζιπάρα τα παίρνεις άγρια). Ανοίγω παράθυρο, βάζω μουσική φοράω γυαλιά ηλίου και ξεκινώ για το Ρέθυμνο. Η ώρα ιδανική για ταξίδι, ανατολή ηλίου να με ακολουθεί, δεξιά μου μια θάλασσα έτοιμη να ξυπνήσει, αριστερά μου τα ψηλά κακοτράχαλα βουνά και μπροστά μου ... άδειος δρόμος που με καλεί να χυθώ πάνω του και να ακολουθήσω κάθε στροφή μέχρι το τέρμα.
Μετά από μιας ώρας περίπου ειδυλλιακής οδήγησης φτάνω στο Ρέθυμνο όπου επισκέπτομαι βιαστικά τη θεία μου και κατά το μεσημεράκι αρχίζω την ανάβαση για το χωριό. Άλλου είδους οδήγηση εδώ πιο δύσκολη, πιο απαιτητική και πιο ενδιαφέρουσα. Όσο ανεβαίνω υψομετρικά οι μυρωδιές που γαργαλούν τη μύτη, οι εικόνες που περνούν φευγαλέα από το μάτι και οι ήχοι που χαϊδεύουν το αυτί ξυπνάνε αναμνήσεις παιδικές, ξυπνάνε συναισθήματα που είχα ξεχάσει.

Σε κάποια στιγμή να' σου μπροστά η ταμπέλα του χωριού «Μοναστηράκι» ή μάλλον κάτι τέτοιο μιας και από τις μπαλωθιές δεν διακρίνεται τι ακριβώς γράφει.(Είναι τρελοί αυτοί οι Κρητικοί!!). Παρκάρω, ξεφορτώνω μπαγκάζια και κατευθύνομαι στο σπίτι ... ένα σπίτι που κρύβει μέσα του τη ζωή προγόνων μου σε διαφορετικές εποχές, πίκρες, βάσανα, φτώχεια μα και ευτυχισμένες στιγμές. Περνάω το κατώφλι και μπαίνω στο σπίτι. Κατευθύνομαι στην κουζίνα και το πλάνο που αντικρίζω κάθομαι και το χαζεύω για μερικές στιγμές. (Η βαρήκοη γιαγιά δεν με έχει αντιληφθεί). Βλέπω μια φιγούρα παρμένη από παλιό σχολικό αναγνωστικό - μια μαυροφορεμένη γιαγιά να κεντάει δίπλα στο τζάκι με τη γάτα να γλείφεται νωχελικά δίπλα στα πόδια της. (η γάτα μάλλον και αυτή βαρύκοη δεν με έχει αντιληφθεί ή βαριέται να κουνηθεί). Δεν ξέρω αλλά συνειδητοποιώ πόσο λίγες, μακρινές και πλέον είδος προς εξαφάνιση είναι αυτές οι εικόνες, εικόνες που στη σύγχρονη καθημερινότητά μας φαντάζουν ξένο σώμα. Αποφασίζω να κάνω αισθητή την παρουσία μου και με μια φωνή καμπάνα λέω :
- «Γιαγιά !!»
- «Ωω...κοπελιά μου ήρθες; Καλωσόρισες!!» λέει με τη βαριά κρητική προφορά της.
Φιλιά, αγκαλιές, λίγη υγρασία στα μάτια και το πλάνο έχει πλέον ολοκληρωθεί.
Από εδώ και πέρα ξεκινάει μια συμβίωση με τη συνονόματη γιαγιά σε διαφορετική διάθεση πλέον, γιατί όλη αυτή η νοσταλγία για το χωριό, η συγκίνηση και οι μνήμες θα αντικατασταθούν από ένα πράμα : ΥΠΟΜΟΝΗ.
Δε λέω, ωραίο το πλάνο της γιαγιάς με τη γάτα να κεντάει, αλλά από την 1η ώρα συνειδητοποίησα ότι αυτές οι "χάρτινες" γιαγιάδες στις φωτογραφίες των σχολικών μας βιβλίων, όταν ανοίξουν το στόμα τους (θες το χάσμα γενεών, θες η διαφορετικότητα των χαρακτήρων) γίνονται από γλυκές και φιλήσυχες, γκρινιάρες, απαιτητικές και επικριτικές!!
Την 1η ώρα λοιπόν, με τη γιαγιά δόθηκε πλήρης αναφορά από μεριάς μου για όλα τα θέματα της ζωής μου:
- «Αδυνάτισες εε; Θες κι άλλο ακόμα; Εεε μα καλή 'σαι τώρα» μόνη ρωτάει, μόνη απαντάει
- «Ναι γιαγιά, έχασα καμιά δεκαριά κιλά» απαντώ και σφίγγω τα χείλη μη βγει η κραυγή χαράς από το θετικό της σχόλιο, που από μικρό ζουμπουρλούδικο κοριτσάκι επιζητούσα. Ναι τελικά πέρασα και αυτές τις εξετάσεις εμφάνισης της γιαγιά!!
- «Εεε τώρα άμα χάσεις και 2-3 ακόμα δεν πειράζει, έχεις περιθώριο...»
- «Μμμμ ... ναι γιαγιά και εγώ το θέλω», άρχισε να μου τα χαλάει...
- «Ίντα;;;», έπεσε η μπαταρία του ακουστικού
- «Ναι λέω θα χάσω».....
- «Και τώρα είσαι μόνιμη στη δουλειά;» πάμε σε άλλο θέμα..
- «Όχι γιαγιά, είμαι με συμβάσεις 2,5 χρόνια» της λέω για 1000στή φορά
- «Εεε εσύ καλή 'σαι συ, θα σε κρατήσουν» κλασσικά η περήφανη γιαγιά για την εγγόνα της.
Τώρα να τη γειώσω ή να την αφήσω στην πλάνη της περηφάνιας; Τελικά αποφασίζω να τη γειώσω :
- «Γιαγιά πλέον δεν υπάρχει μόνιμος υπάλληλος και υπάρχουν μόνο συμβάσεις αορίστου χρόνου» ...ούπς ήδη το μετάνιωσα.
- «Ίντα υπάρχει;»
- «Εεεε ..... θα με κρατήσουν γιαγιά ... μην ανησυχείς» τι να πω...
- «Εε εσύ από μικιό ήσουνα διαβαστερό, καλιά θα τα πας»
Μετά από μια παύση, η οποία μάλλον οφειλόταν σε αναζήτηση ωραίου τρόπου έκφρασης, με διστακτικό και πονηρό γελάκι τολμά :
- «Τώρα κοπελιά μου κατέεις τι περιμένω από σένα....»
- «Ίντα;» η διάλεκτος αρχίζει να απορροφάται...
- «Το γαμπρό!» γελώντας
- «Εεε μικρή είμαι ακόμα» της λέω γελώντας γνωρίζοντας από πριν την απάντηση
- «Μικρή; Όι, όι δα, σε καλή ηλικία είσαι κοπελιά μου» αρχίζει η πολιορκία...
- «Εε ... αυτά είναι τυχερά, δεν τα παραγγέλνεις» προσπαθώ να ξεφύγω εγώ
- «@#$#%$@%$#%$%$#%$#@#%$» (μια μαντινάδα που δεν άκουσα καλά και που δεν συγκράτησα, αλλά πάνω κάτω ήθελε να πει : «Αν δεν κουνήσεις και συ το χέρι σου δεν γίνεται τίποτα») .....
Άφωνη η δικιά σου. Εκεί λοιπόν που λέω πως από ώρα σε ώρα θα μου εμφανίσει κανά κοπέλι κρητικό για προξενιό δεν θα ξέρω από που να φύγω :
- «Θα φάεις; Έχω μαζέψει βλήτα απ΄ το περβόλι το πρωί»
- «Ναι γιαγιά» ουφ ουφ εγώ
- «Θα τηγανίσομε και καμιά πατάτα....», «Μαρίνα;»
Ωχ.........
- «Κοπελιά μου»
Ωχ ωχ .....
- «Ο γάμος είναι ευλογία. Να κάμεις παιδιά, να έχεις μια ωραία οικογένεια.....» ξεκίνησε το ηθικό δίδαγμα περί γάμου και παραδείγματα ανθρώπων που δεν παντρεύτηκαν κανα κουτσομπολιό... «..εκτός αν είσαι από τσι μοντέρνες κοπελιές που δεν θέλουν να παντρευτούν» λέει
- «Όι βρε γιαγιά, αν βρω έναν καλό άνθρωπο και άμα το θελήσω θα παντρευτώ» ουφ ουφ...
Κάπου εδώ τελείωσε η προσωπική αναφορά για τη ζωή μου. Φάγαμε βλήτα όπως είπαμε με πατάτες τηγανητές....εεε ένα θα πω: πεντανόστιμο φαγητό. Μα θα αναρωτηθεί κανείς: «βλήτα;» κι όμως συνειδητοποίησα πως με αυτά που τρώμε στις πόλεις έχει αδρανοποιηθεί η γεύση μας. Τρεφόμαστε μόνο για λόγους επιβίωσης και με προϊόντα άγευστα, πλαστικά και τυποποιημένα.
Μετά το φαγητό (ώρα 13:30 το αργότερο) ανέβηκα στο δωμάτιο για τον μεσημεριανό ύπνο .. πολυτέλεια σου λέω! Πριν ξαπλώσω, ψαχούλεψα λιγάκι τα συρτάρια ενός παλιού επίπλου στυλ μπουφέ και ανακάλυψα ένα παλιό σκονισμένο κουτί. Περίεργη ιδιαίτερα δε δίστασα να μην το ανοίξω. Σήκωσα λίγο το καπάκι να ρίξω ένα βλέφαρο (ως άλλος Φερεντίνος στο Deal) και είδα πολλές μα πάμπολες φωτογραφίες. «Ουάου» αναφώνησα, αλλά δαγκώθηκα μήπως με ανακαλύψει η γιαγιά. Πήρα το «απαγορευμένο» πακέτο και ως άλλο πιτσιρίκι με το βάζο με το γλυκό στο χέρι, πήγα στο κρεβάτι να ανακαλύψω το «θησαυρό».
Άνοιξα το κουτί και βρισκόμουν μπροστά σε ένα απίστευτο θέαμα .... φωτογραφίες ασπρόμαυρες, άλλες γυαλιστερές, άλλες κιτρινισμένες, με το χαρακτηριστικό ζικ-ζακ περίγραμμα των γραμματοσήμων, λίγες έγχρωμες, αλλά με την ποιότητα εκτύπωσης του '80, να εικονίζουν ανθρώπους από άλλες εποχές, άγνωστους προς εμένα ...ή μάλλον όχι δεν είναι όλοι άγνωστοι ....αυτό το ξυπόλητο κοπελάκι εκεί με τα κοντά παντελονάκια και το κοντοκουρεμένο μαλλί και με τα μεγάλα μάτια....κάτι μου θυμίζουν αυτά τα μάτια ..... αααααα ο παππούς μικρός.
Ουάου....υποψιασμένη πλέον ότι τα ασπρόμαυρα αυτά πρόσωπα που με κοιτούσαν μπορεί και να ήταν γνωστά μου αφέθηκα σε μια δίνη από το παρελθόν. Εκεί, σε ένα δωμάτιο φορτωμένο με ιστορίες, καθισμένη οκλαδόν σε ένα κρεβάτι, περιτριγυρισμένη από μυριάδες παλιές φωτογραφίες έζησα μέσα σε ένα απόγευμα στιγμές των προγόνων μου και των συγχωριανών μου όλου του 20αι. Εκεί με «επισκέφτηκαν» ο παππούς μικρό κοπέλι έξω από το σχολείο του, η γιαγιά με τις μικρές αδερφές της, ο παππούς στρατιώτης και στον Α' και στον Β' Παγκόσμιο στην Αλβανία, στα χιόνια με άλλους στρατιώτες, ο παππούς και η γιαγιά στο γάμο τους, ο μπαμπάς και ο θείος μικρά κοπέλια στα χωράφια, με τα ζώα, ο μπαμπάς μαθητής, ο μπαμπάς φοιτητής με μακριά μαλλιά και καμπάνα παντελόνι, ο μπαμπάς φαντάρος, ο μπαμπάς με κάποια κοπελιά, συγχωριανοί σε αγροτικές εργασίες, σε πανηγύρια σε γάμους μα και σε κηδείες, παιδιά από σχολικές φωτογραφίες με τους παλιούς αγέρωχους δασκάλους, συγχωριανοί τους οποίους μπορώ να αναγνωρίσω σε νεαρή ηλικία και τους οποίους μπορεί να συναντήσω στα σοκάκια του χωριού το απόγευμα με τις μαγκούρες τους πλέον και γενικά πρόσωπα, πρόσωπα, πρόσωπα.....
Ααχχ απίστευτο απόγευμα ...στο τέλος ξάπλωσα πίσω και ανάμεσα στις παλιές φωτογραφίες που ανέδυαν μια μυρωδιά παλιού χαρτιού έκλεισα τα μάτια και σαν ταινία πέρασαν από μπροστά μου οι ζωές του παππού, της γιαγιάς, του θείου μου και του μπαμπά μου, όσο μπορούσα να τις μαντέψω.. Τι σου είναι όμως μια φωτογραφία ... έχει τη δύναμη να φυλακίζει τον αδυσώπητο χρόνο....
Η γεμάτη αυτή 1η μέρα τελείωσε νωρίς, με τα βλέφαρα βαριά να καλύπτουν τα χορτασμένα μάτια μου.

Την επόμενη ημέρα με ξύπνησε η γιαγιά κατά τις 7:30 π.μ. για να πάμε σε ένα από τα 200 ξωκλήσια της ευρύτερης περιοχής το οποίο γιόρταζε. Αγουροξυπνημένη ντύθηκα (η γιαγιά δεν ενέκρινε τη φούστα μου γιατί ήταν κοντή, αλλά δεν ασχολήθηκα πρωί πρωί) και φύγαμε με το αυτοκίνητο. Στο δρόμο για την εκκλησία, μαζεύαμε από το δρόμο, όποια πεζή, μαυροφορεμένη γιαγιά-φίλη της γιαγιάς μου στο αυτοκίνητο. Η γιαγιά δε, με μια άνεση, λες και το αυτοκίνητο είναι δικό της : «Έλα Αργυρώ να σε πάμε, γιαντά 'ναι μακριά» έμπα και συ Αργυρώ....
Είμαστε μια πολύ χαρωπή παρέα, εγώ στα κόκκινα όχι μόνο στα ρούχα αλλά και στις πεταγμένες φλέβες του λαιμού μου και αυτές στα μαύρα και .. κουφές. Δεν φτάνει που δεν ακούν θέλουν να συζητήσουν και στο αυτοκίνητο. Οπότε γίνεται έντονα αντιληπτό πως συστήθηκα 3 φορές απανωτά στις φίλες της γιαγιάς σε ντεσιμπέλ αρκετά να σειστεί ο Ψηλορείτης, είπα τι δουλειά κάνω 5 φορές απανωτά σε ντεσιμπέλ αρκετά να σειστεί ολάκερη η Κρήτη και ανέφερα την ηλικία μου 2-3 φορές απανωτά σε ντεσιμπέλ αρκετά να σειστεί ... ένα κουνούπι και 1 φορά δυνατά (επιμένουν βλέπεις να ακούσουν)...κουτσομπόλες!!
Ο Θεός με λυπήθηκε φαίνεται και χωρίς απώλειες στις φωνητικές χορδές φτάσαμε στο ξωκλήσι. 1η επίσημη εμφάνιση της εγγόνας της γιαγιάς στο χωριό ... μέγιστο κοινωνικό γεγονός, όχι αστεία. Τέλος πάντων χαιρέτησα όσους αναγνώριζα από παλαιότερα έτη, με χαιρετούσαν όσοι με αναγνώριζαν, άκουγα ψιθύρους για μένα και λάμβανα κουτσομπολίστικα βλέμματα ... αχ αθάνατο χωριουδάκι με τα ωραία σου. Την υπόλοιπη ημέρα γυρνούσα στο χωριό και απαθανάτιζα γωνιές και μέρη του, όπως η λεγόμενη «Πέρα Βρύση» όπου έχει έναν πανάρχαιο πλάτανο και γάργαρα, τρεχούμενα νερά. Ήταν μοιραία στο μυαλό μου η σύγκριση μεταξύ των ψηφιακών φωτογραφιών του παρόντος που τραβούσα εγώ και των παλαιών φωτογραφιών του παρελθόντος που τραβούσε κάποιος φωτογράφος με τεράστια, παλιάς τεχνολογίας μηχανή.
Άραγε θα προκαλέσουν ρίγη συγκίνησης οι δικές μου φωτογραφίες σε κάποιο κοριτσάκι - απόγονό μου στο μακρινό μέλλον;

Οι υπόλοιπες ημέρες στο χωριό πέρασαν υλοποιώντας μέρος και των 3 στόχων του ταξιδιού μου : ξεκούραση, επιστροφή στη φύση και απολογισμός του χειμώνα που πέρασε.

Ξεκούραση: Ύπνος νωρίς το βράδυ, μεσημεριανός ύπνος, βόλτες στο χωριό, ανάγνωση μυθιστορημάτων στη φύση και την ηρεμία, αγνάντεμα του έναστρου ουρανού το βραδάκι κ.α.
Επιστροφή στη φύση: Φαγητό υγιεινό και αγνό κατευθείαν από το χωράφι ή το .. κοπάδι, βόλτες σε ένα καταπράσινο περιβάλλον με θέα τον Ψηλορείτη και προσέγγιση άλλοτε ευχάριστη και άλλοτε δυσάρεστη με τα ζώα του χωριού, όπως τα ερίφια, τις κοτούλες, τις γατούλες, τους σκύλους και τα γαϊδουράκια, αλλά και τις μύγες, τις κατσαρίδες, τα ποντικάκια και τους ψύλλους. Η επιστροφή στη φύση έχει και το τίμημά της.....
Περισυλλογή: Η αλήθεια είναι δεν πρόλαβα να κάνω απολογισμό του χειμώνα που πέρασε, λόγω άλλων σκέψεων, όπως η ζωή στο χωριό και όλα τα συνεπακόλουθα, οι παλιές φωτογραφίες και οι τσατισμένες σκέψεις από τις γκρίνιες της γιαγιάς. Η περισυλλογή άρχισε με το που πάτησα το πόδι μου στην Αθήνα .........

Η μόνη έντονη παραδοσιακή ημέρα στο χωριό ήταν αυτή του Δεκαπενταύγουστου.
Ξυπνήσαμε κλασσικά νωρίς για να πάμε στην εκκλησία της Παναγίας την «Πετράδια», όπου ανακάλυψα ξαφνικά ότι είχε μαζευτεί πολύς κόσμος εκείνη την ημέρα, γιορτή βλέπεις. Κάτι άλλο που ανακάλυψα είναι πως πολλοί «σόκαιροί» μου (συνομήλικοί μου) είτε παντρεύτηκαν, είτε αρραβωνιάστηκαν, είτε σκοπεύουν να παντρευτούν. Το πιο ανησυχητικό δε όλων είναι ότι σε όλες τις παραπάνω ενέργειες προέβησαν και άτομα μικρότερά μου και όχι μικρότερα 1-2 χρόνια, αλλά και 5-6 χρόνια. Δηλαδή πραγματικά είναι γελοίο να βλέπεις το Γ. 21 χρονών, ο οποίος πριν 2-3 χρόνια έτρωγε παγωτό στη βρύση και καβαλούσε το ποδήλατο και έκανε βόλτες στο χωριό και πείραζε τους γέρους και γενικά παιδιάριζε να παντρεύεται. Παναγία μου!!! Αυτό παρατήρησα με την ξαδέρφη μου εκείνη την ημέρα και ειλικρινά φρίκαρα, όχι γιατί εγώ δεν πλησιάζω καν σε κάτι παρόμοιο, αλλά επειδή για τους χωριανούς είμαι ήδη μια ...γεροντοκόρη!! Αχ αχ αυτά βλέπει η γιαγιά εκεί στο χωριό και τη χαλάνε... Επίσης κάτι άλλο που παρατήρησα είναι πως όλοι όσοι προέβησαν ή θα προβούνε σε αυτές τις ενέργειες εμφανισιακά χάλασαν απίστευτα. Τι να πεις, όταν κάποιος δέσει το γάιδαρό του .....
Εκεί λοιπόν που αντί να προσέχω με ευλάβεια και κατάνυξη τη λειτουργία, χάζευα τον κόσμο, είχα φρικάρει και ετοίμαζα ένα ραφάκι να με τοποθετήσω, με πλησιάζει εμένα και κάτι άλλα κοριτσάκια (ΟΚ αυτά 3-4 χρόνια μικρότερα) ο δήμαρχος και μας αναθέτει να πουλήσουμε λαχνούς (!?) για να μαζευτούν χρήματα για τη συντήρηση μιας άλλης εκκλησίας. Είχα να πουλήσω λαχνούς από τα 16 μου σε κάποιες παρόμοιες εκδηλώσεις και μου έκανε εντύπωση που ξαναεπιλέχτηκα. Πριν προλάβω να ξεκαρφώσω το ράφι και να χαρώ για την υποτιθέμενη παιδικότητά μου, αντιλήφθηκα πως πλέον δεν μπορούσα να συναναστραφώ με κανέναν άνθρωπο γιατί με κοιτούσαν με μισό μάτι. Έβλεπαν το μπλοκάκι με τους λαχνούς και λακίζανε δίχως «Καλημέρα» ή «Χρόνια Πολλά». Και έπρεπε εγώ να τους κυνηγάω να αγοράσουν λαχνούς. Σιγά, .. πούλησα μερικούς σε αυθόρμητους αγοραστές, παρέδωσα «ταμείο» και έφυγα.
Αργότερα εκείνη την ημέρα όλη η νεολαία του χωριού μαζεύτηκε στη Βρύση για καφέ, για να ανταλλάξουμε νέα, να παίξουμε κανένα τάβλι και λίγο μπουγέλο. Στη συνέχεια πήγαμε σε ένα γειτονικό χωριό-κόμβος σε μια ταβερνούλα και ήπιαμε ρακές. Μέσα στο μεσημεράκι σε ένα πολύ όμορφο, γραφικό ταβερνάκι ήπιαμε ρακές και γίναμε κουρούμπελα. Γέλια, χαμός, ιστορίες ... περάσαμε καταπληκτικά. Κατά τις 14:00 άρχισαν να χτυπάνε τα κινητά όλων για να πάμε σπίτια μας για το εορταστικό, οικογενειακό τραπέζι. Έτσι με τα ξαδέρφια μου τους θείους μου και τη γιαγιά φάγαμε το σφαγμένο κατσικάκι μας στο φούρνο με πατάτες...

Αφού φάγαμε μέχρι σκασμού, ξαναήπιαμε, αρχίσαμε τα τραγούδια (τα ξαδέρφια μου ξέρουν να παίζουν λύρα και λαούτα), ένα πολύ όμορφο μεσημέρι με γλέντια και τραγούδια, το οποίο ακολουθήθηκε από μια ήσυχη απογευματινή σιέστα. Χαρακτηριστικό εκείνο το απόγευμα, στους δρόμους του χωριού δεν κινιόταν ούτε ζώα, ούτε άνθρωποι. Ησυχία παντού, όλοι χώνευαν το φαγητό, μόνο τα τζιτζίκια συνέχιζαν το τραγούδι τους, σαν νεκρή πολιτεία. Ξαπλώσαμε και εμείς λιγουλάκι και το απόγευμα με την ξαδέρφη μου κάναμε γυναικείες ετοιμασίες για το βραδινό πανηγύρι, μπάνιο, χτένισμα, μανικιούρ-πεντικιούρ, βάψιμο, ούτε σε δεξίωση να πηγαίναμε! Ναι αλλά στις 22:00 έτοιμες, εκθαμβωτικές και κούκλες (:ο)) πήγαμε να ... αλώσουμε τα Πλατάνια (το χωριό που γινόταν το πανηγύρι). Με την ευχή της γιαγιάς να περάσουμε καλά (και να βρούμε και κανένα γαμπρό από μέσα της ευχόταν σίγουρα) και με γυναικείες συμβουλές και σεξουαλικού περιεχομένου παρακαλώ που μας αποστόμωσαν, φύγαμε 4 αυτοκίνητα γεμάτα Μοναστηρακιανάκια για το πανηγύρι. Εκεί κλασσικά φάγαμε, ήπιαμε, ευθυμήσαμε, χορέψαμε κρητικούς χορούς, γελάσαμε με τη ψυχή μας, βγάλαμε άπειρες φωτογραφίες και γενικά περάσαμε πολύ όμορφα. Σύσσωμη η παρέα έφυγε από τα Πλατάνια κατά τις 3:00 και πήγαμε στο Φουρφουρά σε ένα άλλο χωριό όπου γινόταν άλλο πανηγύρι-after. Καθίσαμε και εκεί και ήπιαμε και χορέψαμε και τα ξαδέρφια μου έπαιξαν και μουσική. Τέλος κατά τις 4:30 φύγαμε για να τηρήσουμε μια παράδοση της παρέας: μετά από κάθε πανηγύρι της Παναγίας, πηγαίνουμε στο προαύλιο ενός ξωκλησιού του Τιμίου Σταυρού, από όπου έχει απίθανη θέα όλα τα χωριουδάκια του κάμπου, τον Ψηλορείτη και έναν ουρανό γεμάτο αστέρια. Πήγαμε αλλά καθίσαμε λίγο υπερβολικού αέρα και πολύ κρύου.....

Αυτές ήταν οι παραδοσιακές διακοπές στο χωριό μου

....to be continued.....

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2006

Έτη πολλά ... to me!

Εγιύρησα από τσι διακοπές μου και ήβρηκα μόνο κάψα
αα τον παντέρμο τον καιρό, μου τά' καμε σαλάτα.

Επέρασα όμορφα εις τη λεβεντοζέννα Κρήτη
μα για λεπτομέρειες στα posts μου από την Τρίτη.

Ε δεν εκουζουλάθηκα μπλιο απ' το ταξίδι
μα έχω γενέθλια σήμερο και εδά μαι στο καμίνι.

27 χρονών εγίνομαι η μαύρη κι έρμη κοπελούδα
μα τα μάθια μου ακόμα δεν τα εθώρουν ούλα.

Καλλιά'χω να μου παίξουνε με το πιστόλι δέκα
παρά να γρικώ να με φωνάζουνε παντού "γριά γυναίκα"

Γι' αυτό σαλεύγετε γοργά-γοργά να εμαζωχτούμε
να γλεντίσουμε και να χορεύψωμε ίσαμε να μπορούμε.

Ένα σεβντά 'χω η καψερή, να έχω πάντα τύχη
να μ' αγαπούνε για μιά ζωή ούλοι μου οι φίλοι.

Γιαντά αυτούς που αγαπώ, μες την καρδιά τους βάνω
και τους κρατώ για μιά ζωή, ποτέ μου δεν τους βγάνω.

Δεν εκατέω πως, μα πόνο στη ζωή δεν θέλω να'χω
μες τσι χαρές και τα χαμόγελα να ζω και να υπάρχω.

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2006

Φεύγω, τώρα φεύγω

"Kάποτε έχτιζα ένα όνειρο τη μέρα
τώρα η στράτα μου δεν πάει παραπέρα
φεύγω, τώρα φεύγω

Kάποτε κοίταζα τον ήλιο μέσ’ τα μάτια
κι αυτόν τον ήλιο μου τον κάνανε κομμάτια
φεύγω, τώρα φεύγω

Tώρα ο ουρανός δεν με φοβίζει όσο κι αν βρέχει
τώρα η ελπίδα μου ταυτότητα δεν έχει
φεύγω, τώρα φεύγω

Φεύγω, φεύγω και παίρνω την καρδιά μου
κι ένα τραγούδι συντροφιά μου, φεύγω, φεύγω

Φεύγω, κι αφήνω πίσω μου συντρίμμια
αρρωστημένους και αγρίμια, φεύγω, φεύγω
φεύγω, τώρα φεύγω

Δεν το αντέχω να βουλιάζω μέσ’ το ψέμα
τώρα κατάλαβα πως ήμουν ένα δέμα
φεύγω, τώρα φεύγω

Θέλω να ζήσω τη ζωή μου έξω απ’ τα μέτρα
τώρα που σκλήρυν’ η καρδιά μου σαν την πέτρα
φεύγω, τώρα φεύγω

Tώρα ο κόσμος κι οι φωνές δεν με τρομάζουν
τώρα τα χέρια μου ένα σύνθημα χαράζουν
φεύγω, τώρα φεύγω

Φεύγω, φεύγω και παίρνω την καρδιά μου
κι ένα τραγούδι συντροφιά μου, φεύγω, φεύγω
Φεύγω, κι αφήνω πίσω μου συντρίμμια
αρρωστημένους και αγρίμια, φεύγω, φεύγω
φεύγω, τώρα φεύγω"



Απόψε, λοιπόν το βράδυ, στις 21:00 (μηχανής και πηδαλίου επιτρέποντος) με το Κρήτη Ι (πώς είναι το Love Boat? Eε καμία σχέση) αναχωρώ για την Κρήτη. Πιο συγκεκριμένα για το χωριό μου το Μοναστηράκι (καμία σχέση με το ομώνυμο μέρος της Αθήνας, αλλά αυτό που δείχνει ο ευκρινής, ακόλουθος χάρτης), στο Νομό Ρεθύμνου. Θα καθίσω περίπου 10 μέρες στο σπίτι της γιαγιάς μου, η οποία μένει μόνη της μετά το θάνατο του παππού μου.


Ο αρχικός σκοπός του ταξιδιού είναι η ξεκούραση με αναπλήρωση απαραιτήτως χαμένων ωρών ύπνου, η απομάκρυνση από την πολύβουη Αθήνα και η προσέγγιση της ζωής στη φύση, αλλά και ο απολογισμός του χειμώνα που πέρασε, αποστασιοποιημένη από γνωστούς και φίλους.

Ωστόσο μάλλον λογαριάζω χωρίς τον ξενοδόχο-συνονόματη, βαρύκουη και ορεξάτη για κουβέντα γιαγιά. Με φαντάζομαι να φρικάρω από τα σχόλιά της για το αν πάχυνα ή αδυνάτισα (φέτος αδυνάτισα οπότε ας να λέει ό,τι θέλει), αν νηστεύω ή όχι (μόνο τη Μεγάλη Εβδομάδα και πολύ είναι), αν πηγαίνω εκκλησία ή όχι (όχι που θα τρέχω κάθε μέρα σε κάθε εσπερινό και ολονυχτία), για το αν κοιμάμαι πολύ ή λίγο (ααα είπαμε θα κοιμόμαστε πολύ, διακοπές είναι), για το αν οδηγώ γρήγορα ή όχι (είμαι λίγο γκαζιάρα, αν θέλει αλλιώς με τα πόδια στο ξωκλήσσι :-)), για το αν θα παντρευτώ σύντομα ή όχι (ωχχ ετοιμάζει την προίκα ήδη, από κατσαρολικά είμαι κομπλέ από πέρυσι, φέτος να δούμε με τι θα εξοπλιστώ), για για για .... και όλα αυτά σε επίπεδα υψηλών ντεσιμπέλ λόγω βαρηκοΐας.

Όσον αφορά την προσέγγιση της φύσης σκέφτομαι να την αράζω στη βρύση του χωριού με το τρεχούμενο, γάργαρο νεράκι (από το οποίο ποτίζονται ζώα, φυτά και άνθρωποι ... από διαφορετικές γούρνες, εννοείται), κάτω από κάτι υπεραιωνόβιους πλάτανους (κάτω από τους οποίους κάναμε κάτι βρωμιές σαν μικρά παιδιά που ντρέπομαι να πω ;-)), διαβάζοντας βιβλία ... ηρεμία, τώρα αν με χέσει και κανένα περαστικό γαϊδουράκι ... εεε τι να κάνουμε η επιστροφή στη φύση έχει και τις επιπτώσεις της.



Τώρα για το τρίτο σκέλος του σκοπού του ταξιδιού ....

Πέρυσι είχα φύγει για τον ίδιο προορισμό με διάθεση να ξεφύγω από όλους και από όλα, να αναπροσδιορίσω τη Seaina και να ορθοποδήσω μετά από μια δύσκολη περίοδο. Ακολούθησε ένας χειμώνας, ο οποίος ήταν ίσως από τους πιο έντονους στη ζωή μου. Αυτό που κατάλαβα και συνειδητοποίησα είναι ότι είχα ακόρεστη όρεξη και διάθεση να ζήσω ... να κάνω πολλά νέα πράγματα, να ρισκάρω και να φτάσω στα άκρα. Έφτασα στα όριά μου πολλές φορές, αναθεώρησα αρχές και αξίες ζωής, ρίσκαρα με την υγεία μου, ταπεινώθηκα, έζησα την χαρμολύπη μιας ελεύθερης σχέσης, βίωσα μοναξιά αλλά και τη θαλπωρή νέων και παλιών φίλων, ταξίδεψα, απέκτησα νέα χόμπυς, άλλαξα και εμφανισιακά, γενικά ΆΛΛΑΞΑ συθέμελα νομίζω. Στις αποσκευές μου, λοιπόν, παίρνω πολλές αναμνήσεις από το χειμώνα που πέρασε, διάθεση για να κρίνω τι πέρασα και τι απέκτησα αυτό το χρόνο, να ζυγίσω τα υπέρ και τα κατά, να καταλήξω αν άξιζε το ρίσκο, αν τελικά μετανιώνω, αν θα το ξαναέκανα .... στην τελική αυτός ο χρόνος με έφερε σίγουρα πιο κοντά στο θάνατό μου, αλλά με έφερε πιο κοντά στην ευτυχία που επιζητώ άραγε?
Αν όχι τι πρέπει να αλλάξω? Αν ναι τι πρέπει να κρατήσω?















Οι εντυπώσεις από το ταξίδι και οι απαντήσεις στα ερωτήματα που θα γεννήσει ο απολογισμός, οι σε 10 ημέρες, στις 21 Αυγούστου ... τι σημαδιακό .... οπότε και επισήμως κλείνω 27 χρόνια ζωής ...

Καλό μου ταξίδι !!!

Καλά να περάσετε όλοι, ό,τι κι αν κάνετε,
όπου κι αν πάτε !




Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2006

Και πού να σφίξουν οι ζέστες....

Η ώρα 6:30....

Ένα τραγούδι από τα παλιά, (ήχος αφύπνισης) τρυπάει το τύμπανο του αυτιού μου, προξενώντας απότομη μετάβαση από την ονειροχώρα στην ... reality country. Δευτέρα και το καθήκον με καλεί. Πιστή στην ευσυνειδησία μου σηκώνω σταδιακά όλα τα μέλη του κορμιού μου (εκτός από τα βλέφαρα) και έρχομαι σε κατακόρυφη θέση. Φευγαλέες σκέψεις για το να ξαναπέσω πίσω και να ξαπλώσω, διαλύονται στη στιγμή. Σε μια στιγμή απίστευτου κουράγιου και θάρρους, σηκώνομαι και ξυπόλητη προχωρώ προς την κατεύθυνση του μπάνιου. Με τα βλέφαρα ακόμα κλειστά, αλλά με τα χέρια όρθια σαν τον υπνοβάτη ψαχουλεύω στον τοίχο για το διακόπτη του φωτός. Μμμ ράφια .. όχι, κουκλάκια στον τοίχο .. όχι, κάδρο.. όχι (μα που έβαλαν τελικά το διακόπτη?!) ... ααα τετραγωνάκι πλαστικό με κλίση προς τα πάνω .... κλικ κλίση προς τα κάτω και δεύτε λάβετε φως!!!!
Ανοίγω τα μάτια, σηκώνω το βλέμμα σε .. καθρέφτη η
κραυγή μου χτυπά, αντικρίζοντας τον εαυτό μου. Μπροστά μου
η Πίπη η Φακιδομύτη (?) .... αα ναι καλέ χθες το βράδυ πριν κοιμηθώ και μετά το μπάνιο είχα κάνει τα μαλλιά μου πλεξούδες και κοιμήθηκα έτσι.

Λοιπόν τέρμα οι αργόσυρτες κινήσεις που προκαλούν παράνοια και ώρα για δράση. Τα επόμενα 5 με 10 λεπτά ήμουν πλυμένη, ντυμένη, βαμμένη, χτενισμένη, παπουτσωμένη και με την τσάντα και το κλειδί ανά χείρας. Σβήνω φώτα και βγαίνω έξω.
Μια ηλιόλουστη ημέρα ξεκινά πάλι με μια περίεργη αύρα να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Χμμ δε βαριέσαι λέω, πάμε γιατί αργήσαμε κιόλας ....
Βάζω μπρος το αυτοκίνητο και φεύγω. Αφήνω στενό, αφήνω δρόμο, πουθενά πεζός και τουτού. Βρε τι γίνεται αναρωτιέμαι? Κοιτάω το ρολόι μήπως έγινε κανένα λάθος και ξύπνησα καμιά ώρα νωρίτερα, αλλά όχι όλα σωστά!? Ανοίγω το ραδιόφωνο και ακούω μουσική....ξεχνιέμαι καθώς οδηγώ και συνειδητοποιώ πως μετά από πολλή ώρα, φωνή δεν έχω ακούσει παρά μόνο μουσική. Καταλήγω τελικά ότι ή οι Ισραηλινοί μας έκαναν ντου και αφάνισαν την χώρα όλη, πλην εμού ή οι εξωγήινοι μας έκαναν ντου και απήγαγαν τους πάντες πλην εμού πάλι .... μμμ τα κτίρια όμως είναι όλα στη θέση τους, χαλάσματα και πτώματα πουθενά. Μόνο μια ησυχία και μια σιωπή παντού....
Συνεχίζω βγαίνω Εθνική Οδό και επιτέλους βλέπω και κάποια άλλα αυτοκίνητα ... αλλά φορτωμένα σαν τους αστακούς με μπαγκάζια ..... Πρόσφυγες? Βρε λες να εγκαταλείπουν τη χώρα και οι τελευταίοι και εμένα να με απασχολεί μόνο η νύστα μου?? Συνεχίζω μήπως και βρω κάτι άλλο σχετικό με την συνηθισμένη μου ρουτίνα, για να ησυχάσω.....
Φτάνω στη δουλειά και παρκάρω σε μια από τις πιο προνομιούχες θέσεις που δεν την πετυχαίνεις άλλη ημέρα του χρόνου, ακόμα και αν τη στήσεις από το βράδυ εκεί. Μπαίνω στο γυάλινο κτίριο. Κατευθύνομαι προς τη reception και η μοναδική ζούσα ψυχή, μια security με καλημερίζει. Οι διάδρομοι έρημοι ... πάω προς το κυλικείο και μια κοπελίτσα μπροστά από άδεια ράφια και ψυγεία μου χαμογελά. Βρε που πήγαν όλες οι προμήθειες? Δεν γίνεται έχουμε επιστράτευση και δεν υπάρχει τίποτα φαγώσιμο πλέον. Αγοράζω ένα χυμό και ένα καφέ και πάω στα ασανσέρ, τα οποία ήταν όλα στο ισόγειο για πρώτη φορά!!! Μπαίνω μέσα με μια αγωνία όταν κλείνει η πόρτα. Πάει θα τρελαθώ, λες και πρώτη φορά μπαίνω σε ασανσέρ ... κούλαρε ... Seaina :-)
Όταν η οθόνη δείχνει "3ος", σταματά και ... ανοίγει η πόρτα.... Βγαίνω και τι να
δω? Σκοτάδι παντού, κανένα φως αναμμένο, όλες οι πόρτες των γραφείων κλειστές και φως πουθενά, ούτε από τις χαραμάδες των γραφείων,.. ερημιά. Θα πεταχτεί και κανένα φάντασμα από καμιά γωνιά και θα τρέχουμε. Κατευθύνομαι με αργά βήματα προς το γραφείο μου, χωρίς να ακούω ούτε ομιλίες ούτε θορύβους προκαλούμενους από ζωντανούς οργανισμούς ... Παναγία μου λέω, όταν βλέπω ένα φως στην άκρη του διαδρόμου ... να ξεχύνεται από το δικό μου γραφείο ... πλησιάζω και με διστακτικότητα βάζω κεφαλάκι από την πόρτα. Πρώτα οι μπουκλίτσες από τα κοτσίδια, μετά το μετωπάκι και τέλος τα ματάκια ... τίποτα κανένας στο γραφείο. Περίεργο σκέφτομαι. Κανένας δεν έχει έρθει και όμως υπάρχει αναμμένο φως? Γιατί? Στο μεταξύ ένα απίστευτο κρύο να επικρατεί στο χώρο. Το μόνο που λειτουργεί σήμερα είναι το κλιματιστικό φαίνεται. Ανοίγω τον υπολογιστή, μπαίνω στο δίκτυο του κτιρίου και βλέπω ελάχιστους μέσα ... ελάχιστους αλλά κανένας με σάρκα και οστά ....
Συνδέομαι στο internet με ταχύτητα σφαίρα (περίεργα πράγματα σήμερα!) και λαμβάνω τα emails μου, τα οποία δεν αναφέρουν τίποτα για πόλεμο, επιστράτευση και επιδρομή από εξωγήινους.
Έξω από το γραφείο οι διάδρομοι συνεχίζουν να είναι έρημοι. Απορροφημένη στον υπολογιστή μου, ακούω ξαφνικά ένα πεταχτό "Καλημέρα", τρομάζω, σηκώνω το βλέμμα και δεν βλέπω κανέναν .... εεεεε τα παίρνω στο κρανίο!!! Δεν είναι δυνατόν, αυτή η κουλή πραγματικότητα που βιώνω από το πρωί δεν μπορεί να υφίσταται. Σηκώνομαι και ορμάω προς την πόρτα να δω ποιος ήτανε ... δεν βλέπω κανέναν. Αποκαμωμένη, αλλά με τα νεύρα τσατάλια ξανακάθομαι στο γραφείο μου. Ξαφνικά ακούω ένα τηλέφωνο να χτυπάει από άλλο γραφείο, να χτυπάει, να ξαναχτυπάει, κανείς να μην το σηκώνει και να σταματά. Δεν γίνεται .. το κτίριο, η χώρα όλη είναι στοιχειωμένα .... γράφω λοιπόν αισθανόμενη ένα καθήκον απέναντι στις επόμενες γενιές, για να περιγράψω τις στιγμές αυτές (ίσως και τις τελευταίες μου) για το πώς μπορεί να εξαφανίστηκε σημαντικό κομμάτι του ανθρώπινου είδους μια Δευτέρα 7/8/06.
Όση ώρα μου μένει θα σας γράφω αγαπητοί μου απόγονοι .. με 3 μάτια, 5 χέρια και δεν ξέρω πως αλλιώς μπορεί να μοιάζετε τόσες χιλιάδες χρόνια μετά.
Αλλά ..... σσςςς .... κάτι ακούω ... ναι δεν με γελούν τα αυτιά μου ... αργά, βαριά και μακρόσυρτα βήματα ... όσο πάνε και δυναμώνουν. Κάποιος πλησιάζει ... (μαμά!!! δεν τολμώ να το ξεστομίσω! δεν έχω το κουράγιο να .. φοβηθώ περισσότερο) ... ακόμα και στο θάνατο θα φανώ δυνατή και θαρραλέα ... δεν μπορώ να ξέρω αν θα προλάβω να σας ενημερώσω για το τι θα αντικρίσω, αλλά θα προσπαθήσω.... χωρίς κεφάλι, με κομμένα χέρια-πόδια, κάπως θα προσπαθήσω να πληκτρολογήσω την αλήθεια και να κάνω και save!! Νομίζω δηλαδή ότι θα τα καταφέρω ..... σσσςςς ....... έφτασε ... b y e !

............
"Καλημέρα!! Ερημιές εεε?"
............
Πέθανα ή όχι ακόμα, ανοίγω το ένα μάτι και μετά το άλλο ....

Χαχαχαχα!!!

Αυτό που αντίκρισα ήταν η Πετρούλα η κοπέλα από το δίπλα γραφείο, βαριεστημένη και χασμουριόμενη να μου γνέφει και να με χαιρετά!
............

Αγαπητοί συμπορευτές σε αυτό το κομμάτι του 21ου αιώνα, που ζείτε ακόμα όπως και εγώ, εύχομαι να περνάτε καλά στις διακοπές που είσαστε και να προειδοποιείτε άλλη φορά πως θα εξαφανίζεστε όλοι μαζί, γιατί οι εναπομείναντες μη αδειούχοι (ακόμα) στην πόλη, λίγο λόγω της νύστας και λίγο λόγω αφόρητης ζέστης θα φλιπάρουν, όπως εγώ σήμερα.





Θέλω επειγόντως διακοπές!!!!!!!