Ξεκινάμε που λέτε με τη Μ. για Κεφαλλονιά, έτοιμες για τρελές διακοπές. Στο αυτοκίνητο .. μουσικές, τραγούδια .. βρισίματα από μοτοσικλετιστή που ήθελε να περάσει από δίπλα μας (άκου θράσσος) και γενικά ένα χαρούμενο κλίμα 5ήμερης.
Φτάνουμε στην Κυλλήνη, μετά από 3 ωρίτσες οδήγησης επιβιβαζόμαστε στο «υπερσύγχρονο» καράβι «Ζάκυνθος Ι» που όπως φαίνεται και από το όνομά του πήγαινε στην .. Κεφαλλονιά. Στο σαλόνι του γνωρίσαμε ένα κλασσικό επτανήσιο γκαρσόνι, ηλικίας 60 χρονών, ο οποίος με τη χαρακτηριστική προφορά Ρένας Βλαχοπούλου «Ψυχή μου, τσαντσαμίνι μου», μας είπε .. την ιστορία όλης μα όλης, της ζωής του. Βέβαια στο ενδιάμεσο θυμότανε και ότι παράγει μέλι πολύ καλής ποιότητας και μας ρωτούσε αν θέλαμε να αγοράσουμε. Η Μ. είχε φρικάρει και προσπαθούσε να τον απομακρύνει .. αλλά εγώ πάλι τον έκανα χάζι και ως κλασσικό αντιδραστικό πειραχτήρι του πήγαινα κόντρα.
- «Η μεγάλη μου η κόρη, πέρυσι παντρεύτηκε σε ηλικία 32 χρονών
(ματιά όλο νόημα ”έχουμε ακόμα καιρό” προς τη Μ.) από προξενιό. Της έλεγα από μικρή ότι αυτόν που θα πάρει θα της τον επιλέξω εγώ
(κάτι τέτοια ακούω και δε θέλω πολύ να πάρω ανάποδες). Και να τώρα είναι μια χαρά έχει και 2 παιδάκια και ζει ευτυχισμένη.
- "Και δε μου λέτε, αν αυτός που της δίνατε την χτυπούσε, την απατούσε, θα είσαστε ευτυχισμένος;;" εγώ
- " ……........ " σιωπή "Ααα και για να δείτε πόσο καλή κοπέλα είναι παντρεύτηκε π α ρ θ έ ν α !!", ντόινννν
- "Ναι σιγά, έτσι λέει σε σας .." χαμηλοφώνως εγώ
- "Τι;"
- "Τίποτα … "
Κάπως έτσι καλύψαμε τη μισή διαδρομή .. την υπόλοιπη την καλύψαμε κάνοντας τη θλιβερή διαπίστωση ότι πάνω στο καράβι πρέπει να συνταξιδεύει κάποιο γκρουπ ΚΑΠΗ που έχασε το δρόμο προς την Αιδηψό.

Φτάνοντας στην Κεφαλλονιά, με το που πατήσαμε το πόδι μας, διαπιστώσαμε την τεράστια φυσική ομορφιά στης οποίας τις αγκάλες θα διαμέναμε για μία εβδομάδα.

Την πρώτη ημέρα πήγαμε σε μια παραλία εκεί κοντά, την παραλία του
Άη Χέλη, η οποία ήταν οργανωμένη, με πιασωκολέ - beach bar, πιασωκολέ - ξαπλώστρες - ομπρέλες και χάρμα οφθαλμών παίχτες - beach volley! Προς στιγμήν θορυβηθήκαμε μιας και κανένας δεν ήρθε να μας ζητήσει να πληρώσουμε για ξαπλώστρες και υποθέσαμε ότι περνάμε απαρατήρητες σε αυτό το νησί.
Την επόμενη ημέρα κατευθυνθήκαμε προς το κομμάτι του νησιού όπου δεσπόζει το
Ληξούρι. Προσωπικά δεν ενθουσιάστηκα.. Κάναμε

πρωινό μπάνιο στους
Πετανούς (κάτι
τιρκουάζ νερά, άλλο να σας τα λέω και άλλο να

τα βλέπετε) και το απόγευμα στην παραλία
Ξι, όπου η άμμος είναι
κόκκινη! Το βραδάκι φάγαμε στο Ληξούρι όπου όση ώρα τρώγαμε, ακούσαμε από μια ντουντούκα. Με στυλ «Καρπούζια, όλα με το μαχαίρι», έλεγε :
«Σήμερα στο δημοτικό θέατρο Ληξουρίου, θα παρουσιαστούν χοροί από το χορευτικό τμήμα του Δήμου μας..». Οπότε λέω στη Μ. «δεν πάμε να παρακολουθήσουμε κανένα κεφαλλονίτικο χορό;;» Εεε και πήγαμε. Και παρακολουθήσαμε .. latin, tsa tsa, rock & roll, mambo, jazz .. όλοι κεφαλλονίτικοι χοροί!
- «Μαρή αν πούμε σε κάποιον ότι δεν βγήκαμε έξω για ποτάκι σήμερα, για να παρακολουθήσουμε κάτι 5χρονα ντυμένα χαβανέζες, να χάνουν τα βήματα τους, θα μας μουντζώνουν με παλάμες και πατούσες!» εγώ
- «Έλα ρε συ, τράβα φωτογραφίες με τις χαβανέζες και θα πούμε ότι είμαστε στο club Tropicana!» λύθηκα στο γέλιο
(άπαιχτη η Μ.) .

Την επόμενη ημέρα πήγαμε στο λεγόμενο
σπήλαιο της Δογκαράνης όπου με 4€ μπήκαμε σε ένα μικρό σπήλαιο, όπου με βήμα χελώνας το γυρνάς σε 20 λεπτά. Εκεί διαπιστώσαμε με λύπη
(από ότι μας επιβεβαίωσε και ένας υπεύθυνος) ότι το 1950 που ανακαλύφθηκε, ο τότε δήμαρχος της περιοχής, είχε τη φαεινή ιδέα να μπαζώσει ένα κομμάτι του σπηλαίου
(και συγκεκριμένα μια τρύπα στο έδαφος βάθους 30 μέτρων) για να δημιουργηθεί χώρος συναυλιών !! Έμα, τρύπα στο πάτωμα και να την αφήσουμε έτσι; Έλεος τι να πω ..
Μετά σειρά είχε το
σπήλαιο της Μελισσάνης,

ένα εκπληκτικό φαινόμενο της φύσης.

Είναι ένα σπήλαιο το οποίο δεν το περπατάς, αλλά το γυρνάς με βάρκα. Ένα κομμάτι της οροφής του σπηλαίου πριν 3.000 χρόνια αποκολλήθηκε και έπεσε, δημιουργώντας ένα απίστευτης ομορφιάς θέαμα. Ααα αυτό το θέαμα, διάρκειας 15 λεπτών, 6€ το άτομο παρακαλώ. Στη βάρκα μας, είχε μπει μια οικογένεια
(τι άλλο;) Κυπρίων οι οποίοι μάλιστα το ρίξανε καθόλη τη διάρκεια της περιήγησης στο "
Τα ριάλια, ριάλια, ριάλια τα σελίνια μονά και διπλά τα μονόλιρα, πεντόλιρα και πούντα ο πεζεβέγγης που τα 'χει στη πούγγα", προκαλώντας σαφώς πονοκέφαλο.

Για μπάνιο εκείνη την ημέρα επιλέξαμε την
Αντισάμη, την περιβόητη γαλαζοπράσινη παραλία, όπου γυρίστηκε η ταινία
«Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι». Βέβαια με τις ομπρέλες, τις ξαπλώστρες και τα beach bars σε τίποτα από ιταλικό στρατιωτικό καταυλισμό δε θύμιζε και ο Κορέλι άφαντος. Παρόλα αυτά η παραλία είναι πανέμορφη.

Φάγαμε στη
Σάμη κάτι ασχολίαστα φαγητά … και σε γεύση και σε τιμές και το βραδάκι βγήκαμε μπαρότσαρκα στο
Αργοστόλι. Αυτό που διαπιστώσαμε για την Κεφαλλονιά τις πρώτες 2-3 ημέρες είναι ότι είναι ένα νησί για ήσυχες διακοπές, ένα νησί που κατακλύζεται από οικογένειες
(ντόπιες και ξένες) και από ζευγαράκια
(ντόπια και ξένα). Για μόνες γυναικο- και αντρο-παρέες ούτε λόγος. Οπότε με τη Μ. ξεαγχωθήκαμε, σταματήσαμε να ρουφάμε τις κοιλιές μας στις παραλίες, να ξεκουμπώνουμε το μπικίνι στην ηλιοθεραπεία και άλλα τέτοια και πλέον επικεντρωθήκαμε στις ήρεμες διακοπές μας.
Εκείνο το βράδυ οι δικές σου, είχαμε στολιστεί
(είχαμε και το ροδαλό του φρέσκου κρέατος που καίγεται από τον πρώτο ήλιο των διακοπών) και είχαμε κάτσει σε μία καφετέρια που το βράδυ αλλάζει μουσική και μετονομάζεται σε μπαρ. Όλο χάρη και trendy αέρα, παραγγείλαμε 2 μοχίτος. Σκανάροντας τον χώρο γύρω μου είδα προς μεγάλη μου έκπληξη μόνο αντροπαρέες. Επικεντρώνοντας καλύτερα διαπίστωσα ότι οι αντροπαρέες ήταν αλλοδαπού ή αγροτικού ή γέρικου ενδιαφέροντος. 2 άντρες μάλιστα που καθόντουσαν και δίπλα μας
(ηλικίας 55-60 χρονών) μας βλεφάριαζαν, αλλά μόλις είδα τον ένα να βγάζει το παπούτσι του και να ανεβάζει το πόδι του με την τρύπια κάλτσα στην απέναντι καρέκλα, μου ήρθε το εγκεφαλικό.
Την επόμενη ημέρα πήγαμε στον πολυδιαφημιζόμενο και πολυφωτογραφιζόμενο
Μύρτο.



Μια παραλία τύπου εξωτικού νησιού, αλλά με τεράστια κύματα που σκάνε στην ακροθαλασσιά. Αρχικά με τη Μ. όπως και με το υπόλοιπο 99% του λουόμενου κόσμου, πλατσουρίζαμε με χάρη στα κύματα, αλλά για μα μπούμε πιο βαθιά ούτε λόγος. Αλλά γνωστή εγώ για το πείσμα μου και με χρόνια κολυμβητηρίου στην πλάτη, δεν επέτρεπα στον εαυτό μου να κωλώσει. Οπότε και βουρ … Πέρασα με σχετική ευκολία ένα χαμηλό κύμα και μπήκα βαθύτερα, όπου δεν υπήρχε πρόβλημα. Όταν επιχείρησα να βγω όμως, δεινοπάθησα. Βρε να προσπαθώ να υπερνικήσω ένα κύμα, να με τραβάει πάλι μέσα, να προσπαθώ να περάσω το επόμενο, να με κάνει πλυντήριο ρούχων, να μάχομαι να πηδήξω το μεθεπόμενο, να με σαβουρδίζει στα βοτσαλάκια. Όταν τελικά κατάφερα να βγω λίγο παραπατώντας και λίγο αναμαλλιασμένη, με όλη την υδρόβια χλωρίδα
(με κυριότερο εκπρόσωπο τα φύκια) στα μαλλιά μου, διαπίστωσα ότι το μαγιώ δεν κάλυπτε πλέον τα απαραίτητα σημεία, αλλά το λαιμό και τα γόνατα αντίστοιχα. Αναμαζώχτηκα όπως όπως και καταντροπιασμένη γύρισα στην ξαπλώστρα μου, κατεβάζοντας το καπέλο ως τα αυτιά.





Το απογευματάκι πήγαμε στο γραφικότατο
Φισκάρδο, ένα ψαροχώρι-πολυτελείας, με κότερα, με γιώτ και δε συμμαζεύεται. Αποφασίσαμε να φάμε στο πολυδιαφημισμένο εστιατόριο της «Τασσίας», ξέρετε μια αντρογυναίκα που μαγείρεψε μερικές φορές στην τηλεόραση και χέστηκε στο τάληρο έκτοτε.
Την λιποαναρρόφηση πωπού την έκανα πάντως, όλα κι όλα αφού μας
κόψανε τον κ**ο στη κυριολεξία. Ενδεικτικά αναφέρω την τιμή αστακομακαρονάδας 75€, επιλογή η οποία και αποκλείστηκε. Αφού τα πιάτα κυμαίνονταν σε τιμές 20-30€ η μερίδα, αποφασίσαμε με τη Μ. να πάρουμε 1 μερίδα και κανένα ορεκτικούλι για να δοκιμάσουμε και τίποτα άλλο. Εεε μια σαλάτα, δύο ορεκτικά, ένα πιάτο και μια μπύρα, 45€ παρακαλώ. Και να πεις ότι τα έσκασα για τη λιποαναρρόφηση αλλά τελικά το άξιζε; Τρίχες κατσαρές!! Μάπα και από εμφάνιση και από γεύση.
- «Είδες τι κακό κάνει η υπέρμετρη διαφήμιση;» η Μ.
Μετά στο Φισκάρδο έκανα ένα fake tattoo για να έχω και πιο must vacation look. Μια σαύρα στην πλάτη, η οποία μπορεί να βγήκε λίγο μεθυσμένη επειδή είχα λυθεί στα γέλια όση ώρα ο πλανόδιος Σέρβος καλλιτέχνης μου το έκανε!
Την επόμενη ημέρα κινηθήκαμε στο νότιο μέρος του νησιού, όπου το χαρακτηρίζουν οι απέραντες παραλίες χιλιομέτρων με τις κλασσικές αλλά συνάμα πρωτότυπες ονομασίες
«Μακρύς Γιαλός»,
«Πλατύς Γιαλός» κ.α. Αυτό όμως που παρατήρησα και σε αυτές της πολύβουες από κόσμο, θαλάσσια sports και mainstream μουσικές επιλογές είναι ότι δεν στερούνται του τιρκουάζ της θάλασσας, είναι εξίσου γραφικές. Εκεί μάλιστα μου συνέβει κάτι για 1η φορά στη ζωή μου .. μου ξύπνησε που λέτε το
μητρικό ένστικτο!!!

Δίπλα μας στην παραλία ήταν μια οικογένεια ιταλών, με 2 γλυκύτατα αγοράκια. Το ένα από αυτά είχε ξαπλώσει πάνω στη μητέρα του και της έκανε κάτι φατσούλες, κάτι ναζάκια που δεν χόρταινα να το βλέπω .. εεε για να ηρεμήσω πήγα και έκανα μια κρύα βουτιά και στάνιαρα.
Κατόπιν καθοδήγησης της ξενοδόχου μας, φάγαμε φρέσκο ψαράκι στο χωριό
Κατελειός, όπου ήταν νοστιμότατο και με 30€, όλη η παραγγελία.

Την πρωτελευταία μας ημέρα, ξαναπήγαμε στον γραφικό
Μύρτο όπου και ξανατσαλαβουτήξαμε στα αφρισμένα κύματα.
Αυτή τη φορά όμως ελλείψει άλλου ενδιαφέροντος,

καθίσαμε κοντά στους ναυαγοσώστες που όπως και να το κάνεις μόνο που τους κοιτάς πίσω από το μαύρο γυαλί και ανάμεσα σε 2 ανοιγμένες σελίδες αναποδογυρισμένου
(μην καρφωνόμαστε κιόλας) περιοδικού, έχουν το ενδιαφέρον τους.
Για φαγητό επιλέξαμε την
Άσσο, ένα ψαροχώρι χτισμένο σε μία εσοχή κομματιού γης που το κάνει πανέμορφο. Κατόπιν προτροπής της Μ. φάγαμε φρεσκότατα πέρκα και ξιφία, τα οποία με απογοήτευση μου υπενθύμισαν το τι σαβούρα κατεψυγμένων και μπαγιάτικων προϊόντων τρώμε στην Αθήνα.

Για την τελευταία ημέρα δεν αφήσαμε και πολλά. Μαζέψαμε τα πράγματα και κατευθυνθήκαμε προς τον Πόρο, από όπου θα παίρναμε το καράβι να φύγουμε. Η συνοδηγός Μ. με το χάρτη ανά χείρας, στην επιστροφή μου λέει:
- «Ρε seaina, εδώ πιο κάτω, έχει ένα δρομάκι προς Ιερά Μονή Αγ. Σισίων. Θες να πάμε να ανάψουμε και κανένα κεράκι, μιας και μια εβδομάδα εδώ, σε κανένα από τα χιλιάδες μοναστήρια δεν πατήσαμε;»
- «ΟΚ Μ. μου» και λύνομαι στα γέλια, «αλλά με τα μίνι και τα ξώπλατα που φοράμε, θα μας αφορίσουν πριν καν πατήσουμε το ποδαράκι μας»
- «Εεε πάμε και βλέπουμε»
Τελικά προς καλή μας και των καλογέρων τύχη, ήταν κλειστό οπότε αρκεστήκαμε στο να βγάλουμε το καμπαναριό μια φωτογραφία
(να τη δείξει στη θεούσα μαμά της η Μ. να μην της φωνάζει) και φύγαμε.
Στον
Πόρο κάναμε ένα μπανάκι στη θάλασσα, φάγαμε και ένα μεζεδάκι σε ένα εστιατόριο και κατά της 3:30 φύγαμε για Κυλλήνη.

Αυτή ήταν μέσες άκρες η εκδρομή μου στην Κεφαλλονιά.
Ένα πανέμορφο νησί που το συστήνω ανεπιφύλαχτα σε ζευγάρια, οικογένειες, ηλικιωμένους, φρεσκοχωρισμένους σε κατάθλιψη, ξενέρωτους και γενικά σε όποιον δεν πάει 10 φορές το χρόνο Μύκονο, Σαντορίνη και Πάρο.